4/6/17

Λοιπόν, λάθεψα, η τούρτα του 1984, με ένα βουνό μπλε κεράκια, μεγάλωνα πια, δεν είχε κάθετες ρίγες από σοκολάτα, από κόντιτα ήταν, είναι, βλέπεις, που φυλάω την φωτογραφία στο πορτοφόλι σου μαζί με το δίπλωμα οδήγησης αυτοκινήτου, διάφορα άλλα χαρτάκια, την Diners αριθμός 3, την τελευταία σου ταυτότητα που παρανόμως παρακρατήσαμε, για πρώτη φορά χωρίς κοστούμι-γραβάτα αλλά τα ίδια γαλάζια μάτια και μία χτενούλα που έτρεφες συνήθως στο τσεπάκι για να χτενίζεσαι συχνά (αυτό μου το κληρονόμησες, μπαμπά), κάθε τέτοιες μέρες πάω να δω αν κρατάει κάτι από την μυρωδιά σου (λίγο πια, αλλά, ναι). Είναι οι μέρες σου. Σήμερα έβρεξε πολύ κι έρριξε χαλάζι σαν φουντούκι, θυμάσαι, ίδιο καιρικό φαινόμενο κείνον τον Σεπτέμβρη, 1959 ή 60 ήτανε, θαρρώ, στο τζαμωτό, έσπασε κάποια από τα τζαμάκια το ίδιο χαλάζι, τρέχατε όλοι πάνω-κάτω, ήμουνα κι εγώ, μικρό, στην μέση με την Λίλυ μου, με τραβάγατε μέσα στο χωλ με το κόκκινο δάπεδο, φοβηθήκαμε λίγο με την Λίλυ με τα μπαμ-μπουμ αλλά μας άρεσαν πολύ κάτι μακριά κίτρινα και μπλε αδιάβροχα που φοράγατε όλοι, η μαμά έκανε σαν την παλαβή μην της χαλάσουν τα λουλούδια της στην αυλή (μου το κληρονόμησε). Τον πανικό στα μάτια σου θυμάμαι όταν γυρίσατε από το ιατρείο του ξαδέρφου κι ανηψιού σου,  μου ψιθύρισες (η μαμά μάλλον έχει καρκίνο, πρέπει να την βοηθήσουμε), κάτι μέρες μετά, μες στην  γκρίνια που δεν πήγαινα 5 φορές την ημέρα στο νοσοκομείο, φορούσε την πολύ όμορφή της ρόμπα σε σκοτωμένο ροζ - σωμόν με μεγάλα παλ λουλούδια, σκοτωμένα σε χρώμα κι αυτά, είχε αφήσει πια τα μαλλιά γκριζωπά, έδωσαν άδεια να την βγάλεις για σαββατοκύριακο, είχα ήδη πολύ δύσκολο αφεντικό και μου είχε κάνει τα τρία δύο. Την Κυριακή το πρωί τηλεφώνησες να πεις να ανεβούμε διότι είχες μαγειρέψει φασολάκια και να μην αργήσουμε. Έφερα χιλιάδες δικαιολογίες και δεν ανεβήκαμε. Το βράδυ που κατεβήκατε στο νοσοκομείο ήρθαμε και το παιδί πήγε να καρφωθεί σφαίρα στην αγκαλιά της. Δεν με μάλλωσες, δεν μου κράτησες μούτρα, έφερες τάπερ με τα φασολάκια. Η άλλη μέρα ήταν η Δευτέρα, 4 Ιουνίου, σου τηλεφώνησα το απόγευμα, συμφωνήσαμε πως θα πήγαινα εγώ στην μαμά κι εσύ θα πήγαινες για χαρτιά με τους φίλους σου. Πανηγύρι ήταν πάντα αυτό, ενδελεχής καθαριότης, φρεσκοσιδερωμένα ρούχα, μοσχομυριστός. Έφευγες χαρούμενος που είχες «ελευθέρας», έτσι το έλεγες πάντα από την δεκαετία του ’60. Μετά την δουλειά, πήγα στην μαμά, πάλι λίγο γκρίνιαζε, πόσο θα περίμενε, είχε χαλάσει ο αξονικός τομογράφος, ηρέμησε, είπε πως θα καθόταν να δει κάτι γραφτά, πήγα για ούζα με φίλους για λίγο. Όταν έμπαινα σπίτι, χτύπαγε το τηλέφωνο: «τρέχα, ο πατέρας σου, παίρνω κι εγώ ένα ταξί κι ανεβαίνω», είπε: «μην πάρεις την μηχανή», θυμάμαι φορούσα την συνήθη σαλοπέτ, τρόμαξα, δεν πήρα την μηχανή, σίγουρα θα είχα σκοτωθεί, πηδάω σ’ ένα ταξί και λέω στον νεαρό ταξιτζή «θα έχεις τα διπλά αν φτάσεις σε 3 λεφτά», έσπασε όλα τα φανάρια κι έφτασε.  -Το όμορφο πρόσωπο αυτού του νεαρού ταξιτζή, ξανθογάλανου, πάντα θα θυμάμαι, μου θυμίζει λίγο εσέναν όταν ήσουν νεαρούλης- Ο μικρός μας με περίμενε στα πολλά τότε σκαλιά με το κεφάλι μες στα χέρια. Δυο με τρεις φορές σε πέτυχα νηφάλιον εκείνη την εβδομάδα, ποτέ δεν θα μάθω αν ήξερες πως θα πεθάνεις, γεννημένος αισιόδοξος ίσως και να πίστευες πως πάλι θα τον ξεγελάσεις τον κύριο Χάρο με την ωραία σου ματιά. Την μία Κυριακή ήσαν τα φασολάκια σου (μαγείρευες περίφημα - λέξη-προτίμηση στο λεξιλόγιό σου- από παιδί, ίσως διότι ήσουν το μόνο αγόρι σε ένα τσούρμο θηλυκά) την άλλη Κυριακή μας βαρέθηκες; κουράστηκες; παρέδωσες σ’ εμάς;. Σαν την άλλη Κυριακή, η επομένη ήταν του Αγίου Πνεύματος, κατεβήκαμε κάτου την παράλλη, όλη  κείνη την βδομάδα είχε χτυπήσει βαρύς ο καύσωνας, στην κηδεία σου είχες όλη την πόλη παρούσα, ο καύσωνας πάντα παρών, τα πλήθη απλώνονταν σε όλες τις παρόδους της Πλατείας του Αγίου Γεωργίου, της ενορίας σου, οίκοι, -τότε κατάλαβα καλά ποιανού φύτρα είμαι- την μισή Αθήνα, όλη την συνοικία των Βορείων προαστείων των τελευταίων σου χρόνων, αφήσαν όλοι τις δουλειές τους (ο Άγγελος είχε εξετάσεις στο σχολείο αλλά ήσουν η προτεραιότητά του), ας ειπωθεί: από όπου κι αν πέρασες, υπήρξες αγαπητός και οι νεώτεροι σε ηλικία φίλοι σου αναζητούσαν πάντα μια νηφάλια συμβουλή για όλα. Όταν ανέβαινα σαββατοκύριακο απάνω, είχε πάντα γιορτή, με τον κόσμο να  πηγαινοέρχεται, μεζεδάκια απλωμένα στην βεράντα και εμπύρετες κουβέντες της εποχής, τα βαρυόμουν πολύ όλα αυτά, με έπιανε πονοκέφαλος με την μισή γειτονιά στην βεράντα και στους μέσα χώρους να σκιαμαχούν για ιστορίες που εύρισκα ανούσιες  αλλά εσύ ήσουν πανευτυχής, σε λέγαν «ο Πρίγκηπας» και σε κοιτούσαν στα μάτια. Δεν υπήρξες ποτέ ο πρίγκηπάς μου, δύσκολα σε αναγνώριζα ως πατέρα για χρόνια, τα τελευταία, όμως, σε ξαναβρήκα, όπως όταν ήμουν 5 και πρωτοχρονιάτικο χτυπήσαν μαγουλάδες, πόναγαν τ’ αυτιά περισσότερο απ’ όλα αλλά την παραμονή πήγες στου Βέργου-Καλογερόπουλου και μου έφερες δώρο ένα σαλονάκι, θυμάμαι πως ήσουν ντυμένος με ένα κοστούμι πράσινο κυπαρισσί, το σαλονάκι ήταν από σύρμα και ντυμένα τα πάνω μέρη με γλυκό πράσινο βελούδο, το έβαζα στο μάγουλο την νύχτα και πόναγα λιγώτερο.- Αργότερα, πολύ, μου είπατε πόσο αγωνιούσες αν πονάει το μικρό και σηκωνόσουν πολλές φορές μες στη νύχτα να δεις…


Νόμισες πως «καθάρισες» με την τρελλή σου θυγατέρα όταν μου κλέψαν την μηχανή, ερχόσουν συχνά από την δουλειά, καθόμασταν κατάχαμα κι ακούγαμε το αγαπημένο σου, επέμενες στιβαρά «είμαστε ήχοι, είμαστε μουσική», σου οφείλω το «μπαμπά, κουρεύτηκα απολύτως» στα 3 μου, να σε παρακολουθώ στο μπριτζ, να μου μαθαίνεις πώς κλέβουν νομότυπα στο πόκερ και να μην μπορώ, δεν είμαι εγώ για τα χαρτιά, να προσπαθείς να με μάθεις μπιλιάρδο στου Κατσίγιαννη στο βάθος, να μου δίνεις λεφτά για παγωτό μηχανής στου Θοδωράκη κι η μάνα να γκρινιάζει γιατί μετά πώς να φάει φαΐ κανείς?
είχες γαλάζια τα μάτια, πρασίνιζαν ανά ανταύγιες, πάνε 33, μείναμε τρεις, τα δυο αγόρια κι εγώ, όσο ζούμε θα το θυμόμαστε αυτό-

*τα φασολάκια πάντα θα σου τα οφείλω, οι τύψεις θα κατατρύχουν για την έπαρση νιότης που νόμιζε πως πάντα θα είναι εδώ, μακάρι να  πιστεύαμε σε μετά θάνατον ζωή, να κάνω μία τσανάκα να σου τα ανεβάσω, ούτε εσύ, ούτε εγώ, δεν βαρυέσαι, συγγνώμην για τα φασολάκια, ήσαν περίφημα.-