10/6/17

10/06/1984

τρίβουλη σήμερα: κάτι πολιτικό? όχι, ο Κόρμπυν, ακτιβιστής και "τρελλός", δεν είναι το κομματοσωληνόπαιδο Τσιπράκι που είπε κάποιος από την οικογένεια, chapeau, κάτι προσωπικό?, κάτι της μνήμης?
μάλλον αυτό, διότι ιστορίες των ανθρώπων δεν ανήκουν πάντοτε σ' εμάς, είναι κι αλλονών-

μοιάζει με κομμάτι από το δασάκι απέναντι από το σπίτι σου, τότε που δεν ήταν ακόμη η λευκή πολυκατοικία, το σπιτάκι και το ιπποφορβείο που μας άρεσε, με τα άλογα, τρέλλα που μου πέρασες σε DNA, να δεις ποιός το φέρει, να δεις.....


 με λίγη προσπάθεια φθάσαμε, εξάλλου, πού ξέρουμε αν αυτό που είδα εγώ ήταν 10 παρά ή 10 και? δύσκολο πράγμα ο θάνατος, δεν μπαίνει καν στον κόπο να μας σηματοδοτήσει  προκαταβολικά την απόλυτη αποχώρηση, επαφιέμεθα πάντα στην  καλωσύνη του σύμπαντος και της γραφειοκρατίας-

Μετά μία δύσκολη νύχτα, με στείλανε στον φούρνο να φέρω κουλουράκια κλπ παξιμαδάκια, είχε ήδη βγει ο ήλιος και μαστίγωνε ανηλεής



 «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί, ο μπαμπάς μου»

Πέθανες και μου ’μεινε μόνο μία φράση
«ειρηνικά που έρχεται το βράδυ».

Ιουνιάτικο πρωινό
μ΄έναν ήλιο λαμπερό
να τσουρουφλάει αυτάρεσκα
τη μύτη.
Δεν είχα καν θλίψη.
Μόνο πείνα
για μεταθανάτια παξιμαδάκια.


1984 – 2007, ‘Επεα Πτερόεντα? 2009





γειά σου μπαμπά μου τσίφτη, το ξέρουμε πως υπήρξες ωραίος, καλά να είσαι εκεί που είσαι, άσε τα φασολάκια, για ομελέτα να μιλάμε και κάτι απαίσιες τηγανητές πατάτες, πάντοτε καμμένες (ε, αφού δεν  ήσαν  οι δικές σου) της μαμάς, τις έτρωγες γενναία λέγοντας κιόλας πως είναι καλές, τσίφτης-, για τις περίεργες ντομάτες γεμιστές, με συνταγή της πεθεράς σου που ποτέ δεν χώνεψες, σου το είπα? κόβουυν βόλτες σε ωκεανούς, κρύες, με σταφίδες μαύρες  και ξανθές  σαν να λες πενθώ, θυμάσαι, όμως, τις βραδυές του Ιουλίου με την Ενετική βραδυά, την φιλαρμονική του Χαραμή, τα πυροτεχνήματα από το Μπούρτζι και να μας έχεις βάλει μπρος τις ντομάτες, λέγοντας: "τρώτε", το ίδιο κυπαρισσί κοστούμι φοράς?

*θυμάσαι που είπες στον Άγγελο να μας προσέχει και το υποσχέθηκε? ήταν πολύ σοβαρός ο Άγγελος, ως σήμερα, (κοτζάμ Γενικός Διευθυντής γίνηκε), αλλά, έχει και την δική μας τρέλλα, θυμάσαι που σου είχα γράψει πως γυρίζαμε από την δουλειά, ξεκαβάλλαγα την μηχανή, έφτανε ο Άγγελος και σταυρώνοντας χέρια παίζαμε τσιγκολελέτα στον κήπο? τις προάλλες βρήκα αυτό το δροσερό τραγουδάκι της μόδας και του είπα πως θα ανέβω πάνω να χοροπηδήσουμε (δεν θα είμαστε με τα καλά μας μεγάλοι άνθρωποι, ναι, αλλά, εμείς είμαστε αλλιώς μεγάλοι), αν δεν είχες πεθάνει σαν σήμερα, σίγουρα, αυτό θα σου άρεσε πολύ, ίσως συμφωνούσες πως είναι σαν πυρρίχιος ή "κράτημα" ηπειρώτικο και τα κορίτσια δροσερά νερά' γύριζες το μεσημέρι και ρωτούσες: "διάβασες" ? σαφώς, Χρόνη Αηδονίδη, Καρυοφίλλη Δοϊτσίδη, Δόμνα Σαμίου, Ξανθίππη Καραθανάση, κλπ, αυτά δεν τα λένε όμως στους μπαμπάδες, κρύβουνε και κάτι τσιγάρα της εποχής διότι επρόκειτο να τα "ακούσουν" κανονικά κι εσύ δεν αστειευόσουν καθόλου, καλός-καλός, αλλά εκεί κατέβαζες τα αυτιά και πονάγανε.... τώρα για τα Δαρείου και Παρισάτιδος γίγνονται παίδες δύο.... τι να σου πω, όσο για τον Πίνακα Οργανικής Χημείας, εκεί να δεις......., 7 το πρωί κι ο Καστρινάκης να βαράει τον πίνακα "αυτό που μετράει είναι τούτο δω"..διήγετο η περίοδος της πατρίδος, μέσα κι όλοι οι Χαλκιάδες, Πετρολούκας κλπ,
αύριο, που θα είναι το κανονικό, λέω να ανέβω στο παλιό μας σπίτι, στον Άγγελο, θυμάσαι που κατέβαινε από την σκάλα με παιδιά και όταν φτάσαμε στην πόρτα δεν ήθελα να μπω, είπε στα παιδιά "πίσω", σου έχω ένα κακό νέο, ο Άγγελος δεν μπόρεσε να επιβλέψει το γιασεμί και κάποιοι το ξερίζωσαν, λυπήθηκε πολύ, είπε, σου στέλνει χαιρετίσματα, αύριο θα πάμε για τσιγκολελέτα- αυτό είναι το καλό νέο της ημέρας-*


-εκείνο το καλοκαίρι, εκτός από όλα τα άλλα, είχες την καλωσύνη να με πας στα Δειλινά για να ακούσουμε την Ξανθίππη Καραθανάση, μείναμε καταγοητευμένοι...



*δυστυχώς, πάλι έβρεχε, εμάς μας άρεσαν πάντα οι σταγόνες που κρέμονταν πλεξούδες στο τζαμωτό, "σαν κλαίουσες ιτιές", έλεγες, ανεβήκαμε χθες αλλά ήσαν άλλοι οι λόγοι, να σου πω κάτι, βρε συ μπαμπά? εσύ κι εγώ είμαστε της θάλασσας παιδιά, όταν ήταν να φύγετε από το κέντρο ήθελες θάλασσα, επεκράτησε η θέληση της βουνίσιας μαμάς και πήγατε βόρεια, αγάπησες κάπως τα δέντρα και το δασάκι. Τελικά, όταν αναγκάστηκα ν' ανεβούμε κι εμείς, το ίδιο. Μετά το σπίτι μας στην πόλη μας, είναι κείνο που πάντα θα νοσταλγώ, το έλεγα χθες, ίσως για το τζάκι με το πράσινο μάρμαρο που τινάχτηκε σε άλλα μάτια, ίσως για τον μεγάλο κήπο, ίσως για την ως σήμερα οικειότητα των γειτόνων της συγκατοίκησης, να ανοίγει με το κλειδί της το Χριστινάκι και να βρίσκονται στην κουζίνα πίτες αργά μες στην νύχτα της επιστροφής κι ένα λουλουδάκι του άντρα της του Άγγελου στερεωμένο ανάμεσό τους. Σε όλα μου τα σπίτια νιώθω προσωρινή, μπορεί εκεί να ήταν καλλίτερα, δεν το ήξερα, αυτό νοσταλγώ, κοιτώντας το σημερινό τοπίο-