28/5/17

Bucarelli

Ιούλιος ήταν, μάλλον Σεπτέμβριος, /ισως αρχές Οκτώβρη στην ταράτσα, ένα φόρεμα πρασινωπό κι ένα πρόσωπο φτενό, πατητά από δουλειά, κανείς να μην θέλει να ξέρει εκεί, μόνο ο Ανταίος από το χέρι και λέει, έλα,θα δεις, καθόμασταν με τον Νίκο πίσω-πίσω, συλλαμβάνει το βλέμμα, έρχεται, με πιάνει από το χέρι (στιβαρό, βαρύ, παρ' όλίγον να το κάνει θρύψαλα, στο τραπέζι, αυταρχικά, λέει, διa~ ρμήνευε χωρίς πολλά-πολλά) λέγανε καμπόσοι, περάσαν ώρες (εμείς έπρεπε να φύγουμε με τον Νίκο, αερόπλανο plus),
υποχωρήσαμε, φεύγει από το τραπέζι, έρχεται και λέει "τη Ρεχιόν θα την κάνεις εσύ", το χέρι πονάει ακόμη,
σήμερα είπα στον Νίκο: (κάνουμε τη Ρεχιόν,?) είπε ναι
Η Ρεχιόν μας τρανσπαρέντε= Η καθαρότερη περιοχή του αέρα, λέμε να την κάνουμε μαζί, την ανάθεσε ο κυρ Κάρολος,
είναι γιατί κάποιος έβαζε μια διακριτή γραμμή που την ήθελε τελεία, σκέτες τελείες εκεί που έλεγε "Νόρμα" ήσαν πρωϊνές ωρες στα ριζά των Μετεώρων-ο Νίκος κι εγώ θυμόμαστε ακόμη, τον κυρ Κάρολο, υπακούμε ακόμη, η Κοιλάδα του Μεξικού.... μια θάλασσα, πόναγε όλο το κορμί, έπινα δηλητήρια, κοιμόσουν στην κόψη του φεγγαριού, ύστερα, γύρισε ο κυρ Κάρολος κι απαίτησε τα ρέστα από τα κύματα του Κοσουμέλ, δεν τρώμε ποτέ πρωϊνό αλλά κάτι σαν τηγανίτες ήσαν, είχαν και κάτι από μαρμελάδα, το πλακόστρωτο θυμάμαι αλλά στο μπλουζάκι δεν χωράω πια, χρόνια μετά

*του Νίκου, μπρος, στο πλάι και αριστερά οι γύψοι ένας τόνος δεξιά*

**Γκλάντυς Γκαρσία.

-       Άντε στρίβε από ΄δώ μωρή!
Ο ταβερνιάρης τής έδωσε μια στον πισινό κι η Γκλάντις ανάσανε το παγωμένο πρωινό. ‘Εριξε το τελευταίο βλέμμα στον γκριζαρισμένο καθρέφτη, στα στοιβαγμένα κολονάτα ποτήρια τού καμπαρέ. Ο Τσουπαμίρτο 3 [u1] χασμουριόταν πάνω από τα τύμπανά του. Τα κίτρινα φώτα σβήστηκαν, γυρίζοντας την ξετσίπωτη διαφάνειά τους στο πιλάστρι της φοινικιάς. ‘Ένα γατί ροβόλαγε ανάμεσα στις λιμνούλες τού δρόμου: τα μάτια του, καρφίτσες της περασμένης νυχτιάς. Η Γκλάντις έβγαλε τα παπούτσια της, ξεκουράστηκε, άναψε το τελευταίο (στοματάκι κουκλίστικο, δόντια στιγματισμένα με χρυσό), τσιγάρο που τής αναλογούσε για τα τελευταία δεκαπέντε λεπτά. Η οδός Γκερέρο δεν ήταν πλημμυρισμένη κι έτσι ξαναφόρεσε τα παπούτσια της. Αρχίσαν να περνάνε τα ποδήλατα, διαγραφόμενα καθαρά, από την οδό Μπουκαρέλι’ και κάποια τραμ επίσης.







 [u1]Ή κολιμπρί (το πουλί)


***4 ή 5 το πρωί? το τελευταίο τραμ πέρασε από την οδό Μπουκαρέλι (στενή, φτενή, δίπλα από το άγαλμα του Άνχελ), χάλασε το ποδήλατο κάτσαμε κατάχαμα, την  άλλη μέρα ξημέρωσε βροχή κι η Γκλάντυς ήρθε, έβρισε καντάρια, πήγες σπίτι σου οικεία και αρχίσαν τα ραδιόφωνα, σηκώθηκε ο Λαχάς και μετακομίσαμε, χαθήκαμε***


****το παρόν είναι της φαντασίας****