9/5/17

38 εδώ τελειώνω εγώ

το παράξενο ημερολόγιο κράτησε από τον Γενάρη, twisted  οι δυσκολίες, τα ρέστα είναι της λογοτεχνίας...
γενέθλια στους αιθέρες,για δουλειά με κάποτε γκλαμουριά, για αναψυχή, σε σκηνή, σε ανατολή στην Κένυα και στο Νεπάλ, δειλινά στα Φίτζι και στις Μαλντίβες, στην θετή και στην κανονική πατρίδα, πάντα ποια είναι η παρτίδα,
μπρος-μπρος, το χαλαρό μπλουζάκι παλ πρασινωπό, να καλύπτει στοιχειωδώς τον κορμό σε ολόσωμο γύψο, καλοί οι γνωστοί, συμπαθητικές οι διαδικτυακές γνωριμίες αλλά ο πυρήνας μας κρατάει, το Δεσποινιώ φέρνει τούρτα, ανάβει κεριά και τραγουδάει μήπως καλύψει τις οιμωγές του καημού, κανένα παυσίπονο να μην πιάνει σε ολόσωμο τριβέλισμα του μυαλού, φέρνει σπρέυ και καθαρίζει μακριά μαλλιά του συρμού, εκείνο το 2005 δύο είναι τα  πελώρια ευχαριστώ αρκετοί οι too few, πολλοί οι εκεί, η τεχνολογία της Εύης για να διαβάζω από μακριά, και τα πήγαιν' έλα της να με πηγαίνει σε αξονικές, η παρέα της Αννούλας πατητά από την  δουλειά, η  απίστευτη κουστωδία Νίκος-Ζέτα-Γιωργία για 10 μέτρα, οι γύψοι κατηγορίας 1 μέγκα,

-πίσω, 17, η τούρτα ολόασπρη και το μαχαίρι Christofle καρφωμένο στην παλιά μας αυλή, δεν τους κάκισα που με μετακόμισαν, εμέναν με ρώτησαν? και το ποδηλατάκι μου, το ρώτησαν?

-Μάης του 1984, η τούρτα είχε κάτι γραμμές από σοκολάτα, μα αφού δεν μου αρέσει η σοκολάτα? ο πατέρας φρεσκοξυπνημένος και με τις πρασινωπές πιτζάμες, το χέρι έδειχνε την ίδια ως σήμερα πρασινωπή σαλοπέτ, όμως, τα λουλούδια ήσαν φρέσκα, α, είχε και μανόλιες, μαμά, τι είναι οι μανόλιες, φυσικά λευκά τριαντάφυλλα, του έψησα καφέ και καθίσαμε να τον πιούμε όλοι μαζί, την άλλη μέρα, άλλη-

-ζωή είναι να γεμίζεις καλά-καλά το πέρασμά σου από το παλκοσένικο που ονομάτισαν ζωή *Οριάνα Φαλλάσι*
*γεννήθηκα, σίγουρα, ναι, αφού εδώ λέω ιστορίες, θα πεθάνω, ναι, κι εσείς που τις διαβάζετε.
*Το παλ πράσινο μπλουζάκι φορούσα και χθες*

**το 2005 το ατύχημα ήταν τόσο βαρύ που οι συνέπειές του ζουν. Ευγνώμων σε πολλούς και πολλές, σε πολλούς τότε συναδέλφους, τι να θυμηθώ, την γλυκύτατή μου Μέλπω. μαγείρευε κι έστελνε φαγητό την  κάθε μέρα? τηλεφώνημα την κάθε μέρα, δυο, τρεις φορές την ημέρα? άνθρωπος με ειδικές ανάγκες κι ερχόταν, καθόταν και μου έλεγε ιστορίες όταν έπιαναν οι πόνοι από τον λαιμό? τον Στέλιο, την  Άννα, όλα τα παιδιά εκεί?
**ήταν διπλό το σοκ μετά το δεύτερο ατύχημα και το αυτοκίνητο να τραμπαλίζεται στον γκρεμνό, εκεί λες: τώρα, αντίο παιδιά, χαιρετώ**



΄Hσουν εκεί.
Για το ότι υπάρχεις,
για το ότι στηρίζεις,
για το ότι προσφέρεσαι,
         Τι άλλο να πω;
       Γιαυτό η υπόκλιση
       είναι βαθιά, τώρα που μπορώ πια.

*εγγενές το μάγκωμα στο γόνατο δηλαδή*




Ζωή κι αυτή
‘Ο,τι χώρεσε από ζωή,
χώρεσε.
Τώρα στριφώνω τα ξεφτίδια
για να μην ξηλωθεί
και το λίγο που απομένει.

2007

Τροχαίο

Κρανίο χυμένο στην άσφαλτο
Ω! μη θωρείτε.
Η ακρόαση είναι εξάλλου
αδύνατη.
Επέζησα.
Αλί σ’ εσάς
και στα χρόνια που θα συνυπάρξουμε.

Ιούνιος 2005 












**την έχω πει την ιστορία: λέει ο πατέρας μου, χρόνια τώρα καταβάλλω για την προίκα σου, ροζ-μωζ η ντροπή, προίκα, ορίστε? άκου προίκα, μην τρελλαθούμε δηλαδή- οι κουρτίνες κάτω από οργή, (κόκκινα, πράσινα, κίτρινα μπλε, καραβάκια στο Αιγαίο δεν με παίρνετε καλέ), μετά το σοκ, συσκεφτόμαστε, σκεφτόμαστε ολόψυχρα και λέμε, τα παίρνουμε και πάμε να τα κάψουμε, καϋμένε μπαμπά, φχαριστούμε!!! εισπράττουμε, πάμε ταξίδι σούπερ, νέα μηχανή, 700κοσάρα, δεμένη στο πατρικομητρικό σπίτι με εκατό κλειδαριές, το μισό της μηχανής κόστισαν οι κρυπτονάιτ, σπείρα, καπούτ, κόκκινη σκούρα ήταν, καπούτ, έπειτα, έλεγε, "ε, καλά, τώρα ακούμε μουσική (Ναμπούκο δηλαδή), ύστερα, βλέπουμε", άλλα χρόνια, άλλες μηχανές, ύστερα, όλες οι μηχανές ήσαν μπλε, Το σούπερ στερεοφωνικό ζει ακόμη, η Ουβερτούρα από τον Ναμπούκο παίζει ακόμη-
το  έχω πει? από τα 19 καβαλλάω μηχανή, ήταν συνήθως μπλε, αγνώστων λοιπών στοιχείων, ο πατέρας μου γκρίνιαζε "έχω παιδί στον πόλεμο", το παιδί ήταν ήδη στην Ιταλία, στη Νορβηγία, στην κυρία καμία, περάσαν τα χρόνια, τα παιδιά θέλουν να καβαλλάνε μηχανή, κομμένα χέρια-πόδια, δηλαδή. Υπήρχαν εποχές που κλέβαν ένα καρμπυρατέρ τη μέρα, οι μηχανές, σταθερά, μπλέ.