7/4/17

budapest

Πρώτα ήσαν οι ταινίες της Μάρτας Μετζάρος, ύστερα τα πρώτα καφενεία και οι Ψαράδες, μετά, ως εκ μαγείας κλέψαν τα διαβατήρια, ρίχνοντας φακέλους ροζ-μωβ (τελειώσαν οι φάκελοι, κάηκαν οι κασέτες και μία φωτό για το νέο διαβατήριο με το ίδιο καουμπόικο πουκάμισο), το παιδί ηρέμησε με το καλλίτερο γλυκό ever στο ωραιότερο ζαχαροπλαστείο του τρίστρατου ever; δέκα χρόνια μετά τα ρούχα χάρισμα, δεν χωράς, παρ' το απόφαση, στο Παλλάς και το παιδί πάντα εκεί,  "ελα ρε μάνα, σύνελθε", στο τραίνο Βρυξέλλες -Λουξεμβούργο τα ίδια, το ίδιο μοντγκόμερυ και το καρώ πουκάμισο-




BUDAPEST 
                     Βουδαπέστη, δεν καταλαβαίνω  τις γέφυρες, τις σκέφτομαι –απλώς- Τρίστρατο στον Αη Στέφανο με το ωραιότερο ζαχαροπλαστείο στον κόσμο\σκέφτηκα τις καραμέλες σου και τον Αη Νικόλα στην Πράγα όπου γέλαγες τρώγοντάς τες-βέβηλοι παγανισμοί \δεν αγγίζουμε το πρόσωπο μέσα σε εκκλησία,δήλωσες στιφά/βήματα στροβιλιστικά στους Ψαράδες, τόσο μπαρόκ/υπερφαλάγγιση-κλακ.
- δρόμος μακρύς-μακρύς στο ποτάμι, ανυπαρξία ανάσας-κτήρια και διάθεση- λυκόφως/σερνόμαστε\ χλιαρός καιρός, ατμόσφαιρα βαριά, υγρασία στα μάτια και το δέρμα/ καφενείο, \το παιδί γκρινιάζει-νυστάζει-οχλεί \κακάο με κονιάκ, φυλλάδα στα Ουγγρικά, αποδελτίωση-εύκολη, τα διαβάζω- κουβέντα με το γκαρσόνι, μαύρα’ ποδιά, μαλλιά, μάτια και παντελόνι, άσπρα’ πουκάμισο, πρόσωπο και χέρια, δόντια'  ξαφνικά παγωνιά -πουκάμισο καρώ καουμπόικο, κασκόλ κόκκινο, όλα μαύρα και κόκκινα,/μάτια μέσα/ άσπρα zero/- φάκελος ροζ-μωβ με αποστολέα γνωστό κι επαναπροώθηση εξασφαλισμένη λόγω απόρριψης, πέταγμα από τον 8ο όροφο, παρατηρώ εναργώς την υπερπτήση, στροβίλισμα, σκάει στο πλακόστρωτο της Andràssy, σκέφτηκα, τα λουτρά του Gellért και τους ηδονισμούς.
                    μικρός θάνατος, η γέφυρα, διασχίζω προς την Πέστη, πέφτω, τέλος.