30/4/17




ο ίδιος ουρανός να μην, μία περιποιημένη βροχή στη στάση για γλυκά στου Νάνου, σπάνια γεν. χωρίς ήδη καλοκαίρι, δεν ξέρω γιατί, πρόσφατη γνώση με θάλασσα ανταριασμένη, κρύο.

Πηγαίναμε για αγριολούλουδα, κάποτε ως την Αγιά Μονή, η θρυλική σουετίνα/ το κοφτερό μαχαιράκι. Γυρίζοντας, τριαντάφυλλα κομμένα από τον κήπο μας.
Στην κουζίνα, έστηνε το στεφανάκι, έτοιμο, τα δαχτυλάκια του παιδιού μπλέκονταν-ξεμπλέκονταν, σε γαϊτανάκι του καιρού, το κρεμάγαμε πάντα στο μπαλκόνι του ιατρείου, ποτέ στη βεράντα (γιατί?)
Τότε, τραγούδαγε, ο Μάιος μας έφθασε, εμπρός βήμα ταχύ\ λίγες μέρες μετά ανέβαινε στην μεγάλη πόλη για φρέσκιες φράουλες, γωνία Πατριάρχου Ιωακείμ, όταν μεγάλωσε το παιδί κάπως, χτύπαγε το βούτυρο και τη Morfat, φράουλες, βερύκοκα από κονσέρβα, αργότερα και ροδάκινα, η μαστοριά της στο στήσιμο της τούρτας, έπαιρνε και κοντίτ από του Κατραμάνου, επέμενε να τα φέρνει σπίτι ο ίδιος και να υποκλίνεται, γιατρέ μου,  η τούρτα ήταν πανέμορφη, όταν δίνανε το μαχαίρι Christofle, μπηγμένο στο χώμα της αυλής, σε αναζήτηση των μενεξέδων εκείνης της παροδικής βροχής-
*στην μητέρα μου και σε όλα τα γενέθλια*
ΥΓ: το παρόν, απλώς λογοτεχνεί**