22/4/17

Κλαρίσε Λισπέκτορ

Κοντά στην άγρια καρδιά


«Βρισκόταν μόνος. Αφημένος, ευτυχής,
κοντά στην άγρια καρδιά της ζωής».

Τζέιμς Τζόυς

ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ

Ο πατέρας


Η γραφομηχανή του μπαμπά έκανε τακ τακ… τακ τακ τακ….Το ρολόι χτύπησε μ’ έναν ήχο υπόκωφο. Η σιωπή σερνόταν, ζζζζζζζ. Η ντουλάπα έλεγε τι; Ρούχα, ρούχα, ρούχα.  ‘Οχι, όχι. Ανάμεσα απ’ το ρολόι, τη μηχανή και τη σιωπή, ακοή ασκημένη, ένα πελώριο αυτί τεντωμένο, ροδαλό, νεκρωμένο. Οι τρεις ήχοι ενωμένοι από το φως της μέρας και το θρόισμα στο φύλλωμα των δέντρων που αγγίζονταν μεταξύ τους ακτινοβολώντας.

Ακουμπώντας το κεφάλι στο αστραφτερό και κρύο βιτρώ κοίταγε κατά τον φράχτη τού γείτονα, κατά τον μεγάλο κόσμο απ΄τις κότες που «δεν ήξεραν ότι πρόκειται να πεθάνουν».  Και μύριζε, λες κι ήταν δίπλα στη μύτη της, τη ζεστή γης, σκούρα, γιομάτη αρώματα και στεγνή κι όπου όλο και κάποιο σκουληκάκι σερνόταν πριν να καταβροχθιστεί από την κότα που θα έτρωγαν οι άνθρωποι.

Μια στιγμή μεγάλη, ακίνητη, δίχως περιεχόμενο. Άνοιξε τα μάτια, περίμενε. Τίποτε δεν είδε. Λευκό. Μα ξάφνου, σε μια στιγμή, η μέρα ξαναβρήκε το ρυθμό της κι όλα άρχισαν και πάλι να λειτουργούν, το τακ τακ της γραφομηχανής, το πούρο τού μπαμπά σκορπώντας τη μυρωδιά του, η σιωπή, τα φυλλαράκια, τα ξεπουπουλιασμένα κοτόπουλα, το φως, τα πράγματα ζωντανεμένα όλο βιάση, σαν τσαγερό που κόχλαζε. Έλειπε μόνο το τικ τακ του ρολογιού, που τόσο λάτρευε. Έκλεισε τα μάτια, έκανε σα ν’άκουγε τον ήχο από κείνη την ανύπαρκτη μουσική και με ρυθμό σηκώθηκε στις άκρες των ποδιών. ‘Εκανε τρία βήματα χορευτικά, πολύ ελαφρά, σα να φτερούγιζε.

Τότε, αίφνης, τα κοίταξε όλα με απέχθεια, σα να είχε παραφάει από όλο τούτο το συνονθύλευμα. Αχ, αχ, αχ, βόγκηξε σιγαλά, κουρασμένη κι ύστερα αναλογίστηκε: τι θα συμβεί τώρα, τώρα, τώρα; Και πάντα, σ’εκείνη τη σταλίτσα χρόνου, τίποτα δε συνέβαινε, τι κι αν αυτή συνέχιζε να περιμένει κείνο που θα συνέβαινε, καταλαβαίνετε; Απομάκρυνε αυτή τη δύσκολη σκέψη, αποσπώντας την προσοχή της με μια κίνηση του ξεκάλτσωτου ποδιού της πάνω στο ξύλινο σκονισμένο πάτωμα. Έσυρε το πόδι κοιτάζοντας λοξά κατά τη μεριά τού πατέρα της, καραδοκώντας το βλέμμα του, ανυπόμονο και νευρικό. Μα τίποτα δεν είδε. Τίποτα. Αποδεικνύεται δύσκολο ν’απορροφήσεις τους ανθρώπους καθώς η ηλεκτρική σκούπα τη σκόνη.

-       Μπαμπά, έφτιαξα ένα ποίημα.
-       Πώς λέγεται;
-       Ο ήλιος κι εγώ. – Και δίχως να περιμένει απάγγειλε: –«Οι κότες που είναι στο κοτέτσι κατάπιανε δυο σκουληκάκια αλλά εγώ δεν το είδα».
-       Α, μπα! Και τι σχέση έχετε εσύ κι ο ήλιος με το ποίημα;
Έμεινε να τον κοιτάζει μια στιγμή. Εκείνος δεν είχε καταλάβει...
-       Ο ήλιος είναι πάνω από τα σκουλήκια, μπαμπά, κι εγώ έφτιαξα το ποίημα και δεν είδα τα σκουλήκια... Παύση.
- Μπορώ να φανταστώ άλλο αυτή τη στιγμή: «’Ηλιε, έλα να παίξεις μαζί μου». Και άλλο, πιο μεγάλο:

                  «Είδα ένα συννεφάκι
                    αλλά το καημένο το σκουλήκι
                    νομίζω ότι δεν το είδε».

-       Είναι πολύ όμορφα, μικρό μου, πολύ όμορφα.  Πώς καταφέρνεις να φτιάνεις τόσο όμορφα ποιήματα;
-       Δεν είναι καθόλου δύσκολο, αρκεί μόνο να τα απαγγείλω λίγο-λίγο.

Όταν έντυνε και ξέντυνε την κούκλα της φανταζόταν πως εκείνη πήγαινε σ’
ένα χορό όπου έλαμπε ανάμεσα σ’ όλους τους άλλους. Άξαφνα, ένα αυτοκίνητο σύντριβε το σώμα τής Αρλέτ και τη σκότωνε. Μετά ερχόταν η καλή νεράιδα και η μικρούλα ξαναζούσε. Η μικρούλα, η νεράιδα και το μπλε αυτοκίνητο δεν ήταν παρά η Ζουάνα, αλλιώς θάταν ένα χαζό αστείο. Από δω το ‘φερνε, από κει το ‘φερνε, κράταγε πάντα για τον εαυτό της τον κεντρικό ρόλο, καθώς τα γεγονότα φώτιζαν εκείνη ή την άλλη μορφή. Έπαιζε σοβαρή-σοβαρή, σιωπηλά, με χέρια τεντωμένα κατά μήκος του σώματος. Δεν της χρειαζόταν να πλησιάσει την Αρλέτ για να παίξει μαζί της. Τα πράγματα ήσαν κτήμα της ακόμα κι από μακριά.

‘Αρχισε να διασκεδάζει με τα κουρελόχαρτα. Τα κοίταζε μια στιγμή και κάθε κομμάτι χαρτί ήταν ένα μαθητούδι. Η Ζουάνα ήταν η δασκάλα. Ένας ήταν ο καλός κι ο άλλος ο κακός.  Ναι, ναι, τι άλλο; Και τώρα τι γίνεται; Ποτέ δεν συνέβαινε τίποτα αν εκείνη...μπουμ.

Μια φορά επινόησε ένα ανθρωπάκι μεγάλο ίσαμε τον δείχτη του χεριού, με μακρύ παντελόνι κι ένα τεράστιο παπιγιόν. Το κουβάλαγε στην τσάντα της όταν πήγαινε σχολείο.  Το ανθρωπάκι ήταν ένα μαργαριτάρι, ένα μαργαριτάρι με παπιγιόν, είχε χοντρή φωνή κι έλεγε μέσα από την τσάντα:  «Μεγαλειοτάτη κυρία Ζουάνα, θα μπορούσατε να ευαρεστηθείτε να με ακούσετε ένα λεπτό, θα μπορούσατε να διακόψετε τη συνεχή σας ενασχόληση για ένα λεπτό;»  Κι αμέσως μετά έλεγε: «Δούλος σας, πριγκίπισσα. Διατάξτε και θα υπακούσω».

-       Μπαμπά, τι μπορώ να κάνω;
-       Τράβα να διαβάσεις.
-       Διάβασα.
-       Τράβα να παίξεις.
-       Έπαιξα.
-       Τότε, σώπα και μην ενοχλείς.

‘Εριξε μια μικρή τρεχάλα και φρενάρισε, κοιτάζοντας χωρίς περιέργεια τους τοίχους και το ταβάνι που κατρακύλαγαν και κατέρρεαν. Περπάτησε νυχοπατητά πατώντας στα σκούρα μαδέρια.  Έκλεισε τα μάτια κι άρχισε να περπατάει με τα χέρια απλωμένα μέχρι να συναντήσει κανένα έπιπλο. Ανάμεσα σ’αυτήν και τ’αντικείμενα υπήρχε πάντα κάποιο πράγμα, μα σαν άρπαζε με το χέρι αυτό το πράγμα, σα να ήταν μύγα κι ύστερα το κοίταζε, λαμβάνοντας μεγάλες προφυλάξεις να μην της φύγει, εύρισκε μόνο την παλάμη της, ροδαλή κι απογοητευμένη.  Το ξέρω, είναι ο αέρας, ο αέρας!  Μα σε τίποτα δε χρησίμευε αυτό, τίποτα δεν εξηγούσε. Αυτό ήταν ένα απ’ τα μυστικά της. Ποτέ δεν θα επέτρεπε στον εαυτό της να το διηγηθεί σε κανέναν, ούτε καν στον μπαμπά, πως ποτέ δεν κατάφερνε να πιάσει «εκείνο το πράγμα». ‘Οσα στ’ αλήθεια την ενδιέφεραν περισσότερο δε μπορούσε να τα διηγηθεί. Μόνο βλακείες έλεγε όταν μίλαγε με τους ανθρώπους.  Όταν έλεγε, για παράδειγμα τίποτα μυστικά στον Ρούτε, μετά τον μισούσε. Καλύτερα να σώπαινε. Άλλο: όποτε είχε κάποιον πόνο και καθώς πονούσε κοίταγε τις βελόνες του ρολογιού, έβλεπε τότε πως τα λεπτά που μετρούσε το ρολόι περνούσαν ενώ ο πόνος δεν περνούσε. Κι αν δεν υπήρχε πόνος, ακόμα κι αν δεν την πονούσε τίποτα, αν καθόταν μπρος στο ρολόι κοιτάζοντας, εκείνο που έπαυε να νοιώθει και πάλι ήταν περισσότερο από τα λεπτά που είχε μετρήσει το ρολόι. Μα σαν ένοιωθε χαρά ή κάποιο ξέσπασμα θυμού, έτρεχε στο ρολόι και μάταια περίμενε να περάσουν τα δευτερόλεπτα.

Πήγε στο παράθυρο, σχημάτισε ένα σταυρό στο περβάζι κι έφτυσε προς τα έξω μακριά, σε ευθεία γραμμή. Αν ξανάφτυνε –τώρα μόνο νύχτα θα μπορούσε να το ξανακάνει-  δεν θα είχε συμβεί το κακό κι ο Θεός θα ήταν ακόμα φίλος της, τόσο φίλος που...που τι;

-       Μπαμπά, τι μπορώ να κάνω;
-       Στο είπα: άντε να παίξεις κι άσε με ήσυχο!
-       Μα, έχω παίξει. Στ’ ορκίζομαι...
Ο πατέρας έσκασε στα γέλια:
-       Ποτέ δεν έχουμε παίξει αρκετά...
-       Αμέ, έχουμε.
-  Τότε, βρες άλλο παιχνίδι.
-       Δε θέλω να παίξω ούτε να διαβάσω.
-       Τι θες να κάνεις, τότε;
Η Ζουάνα βάλθηκε να σκέφτεται:
-       Ξέρω ‘γω; Τίποτα.
-       Θες να πετάξεις; -τη ρώτησε ο μπαμπάς αφηρημένος
-       Όχι –απαντάει η Ζουάνα. Παύση.
-       Τι μπορώ να κάνω;
Ο μπαμπάς τής απάντησε αυτή τη φορά:
-       Βάρα το κεφάλι σου στον τοίχο!

Το παιδί απομακρύνεται κι αρχίζει να κάνει ένα κοτσιδάκι στα ίσια του μαλλιά. Ποτέ, ποτέ, ναι, ναι, τραγουδάει σιγαλά. Έμαθε να τα κάνει κοτσιδάκια πολύ πρόσφατα. Πάει στο τραπεζάκι που είναι τα βιβλία, παίζει μαζί τους, κοιτάζοντάς τα από μακριά. Η κυρία του σπιτιού, ο σύζυγος και τα παιδιά, το πράσινο είναι ο άντρας, το άσπρο η γυναίκα, το κόκκινο μπορεί να είναι ή αγόρι ή κορίτσι. Το «ποτέ» είναι άντρας ή γυναίκα; Γιατί το «ποτέ» δεν είναι αγόρι ούτε κορίτσι; Και το «ναι»;  Πολλά πράγματα ήσαν ολωσδιόλου αδύνατα. Θα μπορούσε κανείς να τα σκεφτεί όλα αυτά ολάκερα βράδια. Για παράδειγμα, ποιός είπε για πρώτη φορά έτσι: ποτέ;    

Ο μπαμπάς τελειώνει τη δουλειά του, την πλησιάζει και την βρίσκει καθισμένη να κλαίει.
-       Τι είναι αυτά, μωρό μου; --την παίρνει αγκαλιά και κοιτάζει ήσυχα εκείνο το προσωπάκι, που καίει κι είναι θλιμμένο—Τι είναι αυτά;
-       Δεν έχω τίποτα να κάνω.-

Ποτέ, ποτέ, ναι, ναι. Ήταν όλα σαν το τουμ τουμ του τραμ πριν να κοιμηθεί, ίσαμε να νοιώσει λίγο φοβισμένη και ν’ αποκοιμηθεί. Το στόμα τής γραφομηχανής είχε κλείσει σα γέρικο στόμα αλλά ήρθε εκείνο πιέζοντας την καρδιά της όπως ο θόρυβος του τραμ, μόνο που τώρα δεν ήτανε για να κοιμηθεί. Ήταν η αγκαλιά του πατέρα. Ο πατέρας αναλογίζεται μια στιγμή. Αλλά κανένας δεν μπορεί να κάνει τίποτα για τους υπόλοιπους. Είναι τόσο λεύτερη η μικρή, τόσο λεπτούλα και τόσο πρωιμάδι... Ανασαίνει λαχανιάζοντας, κουνάει το κεφάλι. Είναι αυγουλάκι, ένα αυγουλάκι ζωντανό.
Τι θ’ απογίνει η Ζουάνα; (...)

* στην θέση "πανευτυχής" το πρώτο εν Ελλάδι της Λισπέκτορ θα κυκλοφορήσει με φρέσκια μετάφραση και αναζωογονημένο Επίμετρο*


©AR