24/3/17

31η δεν ντύθηκα ποτέ Αμαλία

δεν ντύθηκα ποτέ Αμαλία την 25η, δυό φορές ομαδάρχης, είχα ψηλώσει λίγο απότομα -έτσι δεν το λένε?- ούτε παραστάτισσα ποτέ,στη γενιά μου,σημαιοφόρος κορίτσι ήταν αδιανόητο, στο Δημοτικό όλα παίρναμε 10 με τόνο αλλά ήμασταν πολλά μαζί, δεν με λάτρευε κανένας δάσκαλος -εκτός από τη δασκάλα μας τη δεσποινίδα Μαρία Ρουσσάκη, αιωνία της η μνήμη- πολύ ατίθαση για τους πεποιημένους κανόνες τους. Μετά την παρέλαση κάθε 25, πηγαίναμε στην αρχή του Μεγάλου Δρόμου, στου Λάμπρου, είχαν έρθει τα παγωτά στο ψυγείο της Έβγας, παγωτό ξυλάκι, κρέμα μέσα, πάλλευκη, σοκολάτα απέξω. Το απόγευμα τσάμικα και καλαματιανά στην Πλατεία, με τις Αμαλίες υπό σειράν -η φίλη μου η Φουλιάννα πάντα, μετά η αδερφή της η Ελένη και αργότερα η Αμαλίτσα, δεν την βάφτισα -από τότε, στα δεκατρία μας, τσινούσα με τις θρησκείες, ακόμη  κι αν δυο χρόνια πριν, κάναμε μετάνοιες με τη Φουλιάννα πριν της Παναγίας, ακόμη θυμάμαι τα φορεματάκια μας-αλλά της δώσαν τ' όνομά μου. Το βράδυ είχε λαμπαδιπορεία -λαμπαδοφορία τη λέγαμε τότε- με  τα στρατά και πυρσούς, διασχίζοντας τη μισή πόλη, περνάγαν και κάτω από το σπίτι μας, άρεσε στη μητέρα μου αυτό-. 
Και τη Φιλαρμονική, πάντα, με τον χαλκέντερο κι αγέλαστο Χαραμή, έτσι ξεκίναγε, εξάλλου, κάθε 25 Μαρτίου, περνούσε κάτω από το σπίτι στις 7 το πρωΐ, η μητέρα μου γκρίνιαζε που την ξυπνούσε αλλά του λόγου μου πεταγόμουν ελατήριο και κατέβαινα στην εξώθυρα ροβολώντας τις πέτρινες σκάλες.
Φυσικά, παίζαμε και κάτι σκετσάκια στο σχολείο επί τη επετείω. Μία φορά, μετά την παρέλαση, με πήγε ο πατέρας μου στου Ραφτόπουλου να βγάλει φωτογραφία με τα ναυτικά, δεν έχω καμία φωτογραφία πια, όπου κι αν πήγε, σε ηπείρους κι άλλες πόλεις, είχε τη φωτό και έλεγε πως μ' αγάπαγε. Τον ξαναβρήκα full time μόλις ελάχιστους χρόνους πριν πεθάνει, πάντα θα λυπάμαι γι' αυτό, έφερνε σοκολατίτσες με την κυρία με το τσεμπέρι στην ΙΟΝ, όλος γελαστός με τα ξανθογάλαζά του,πάντα κομψός, δεν το καταλάβαινα τότε,νόμιζα πως έτσι είναι όλοι οι μπαμπάδες του κόσμου, σήμερα ξέρω, ήταν ξεχωριστός-
Μεταξύ 4 και 6 σχεδόν μεσημέρι παρά μεσημέρι, έπαιρνα την πετσέτα μου μες στον ασημένιο δακτύλιο με το όνομά μου, και πήγαινα για φαγητό στου κυρίου Ηλία, τρία σπίτια παραπέρα, δημόσιος υπάλληλος, της Νομαρχίας, στο Δικαστήριο? υποχωρεί η μνήμη. Είχε δύο κόρες στις τελευταίες τάξεις του Γυμνασίου, οι ποδιές ήσαν τότε μαύρες και διήγαγα περίοδο τρόμου και πανικού για το σκοτάδι και όλα τα μαύρα. Με το άστα ντούε της μάνας μου, με πήγαινε πάντοτε η κοπέλλα μας, τα "μπορώ και μόνη μου" τα άκουγε βερεσέ, είχε καεί η γούνα της πλειστάκις με τη θυγατέρα της ως τότε,ο δρόμος ήταν πολυσύχναστος από αυτοκίνητα και ιδίως από πούλμαν Chat για το ξενοδοχείο δίπλα μας. Κάτι μήνες πριν, με είχε ανασύρει ψυχραιμότατα από κάτω από ένα τέτοιο...
Θυμάμαι την κυρία του σπιτιού, κυρία Νίτσα, κοντούλα, παχουλούλα και πάντα εύχαρι και γλυκύτατη, κρατάγαμε συνήθως ένα ματσάκι μενεξέδες από την αυλή μας που με πολλή χάρη της προσέφερε η κοπέλλα μας.
 -Κάποτε πρέπει να γράψουμε κάτι ο Γιώργος κι εγώ για τη Σοφία μας, είχε απαράμιλλο στυλ κι εκπληκτικά ισχυρή προσωπικότητα, μιαν αρχοντιά από τις λίγες και μας λάτρευε συλλήβδην,αναπαύεται στους Ουρανούς αλλά κάπως κοιτάζει ακόμη τις ζωές μας, λέμε εμείς- Το μοναδικό χαστούκι το έφαγα από τη Σοφία μας, ο Γιώργος την αποκαλούσε "λοχία" και "βελιγκέκα", του έκανε χειροκλείδωμα συχνά-πυκνά... Η μάνα μας ποιούσε την νήσσαν, ό,τι έκαμε η Σοφία, πάντα καλώς καμωμένο... μπρος στο δίκιο μας επικρατούσε η Σόφια δικτατορία, περιττό να ανατρέξουμε στις μαμικές φτερούγες, απλώς, δεν υπήρχαν....Όταν κατάπια τα Βάλιουμ της μάνας μου δεν το συγχωρούσε για χρόνια στον εαυτό της που διέλαθα της κέρβερης προσοχής της. Ήρθε στο σπίτι μας όταν δεν ήμουν ενός ετών από ένα χωριό λίγο έξω από την Τρίπολη, με το αδύνατο κορμί της, το κατακατσαρό ξανθωπό της κεφάλι και δύο καταγάλανα πανέξυπνα μάτια, φιλοπρόοδη και φιλομαθής, την έστειλε η μάνα μου να τελειώσει 3 τάξεις του Γυμνασίου, διάβαζε τα βιβλία της βιβλιοθήκης, είχε γνώμη για όλα και για όλους, συνήθως ολόσωστα, με απίστευτη παρρησία, όταν ο πατέρας και η μάνα μου βγάλανε την εφημεριδούλα "Η Μάχη", τον τελευταίο λόγο είχε πάντα η Σοφία, εννοείται,όταν η μητέρα μου "έκανε χαρτιά" δύο φορές τον χρόνο, για να ανταποδώσει τις τόσες προσκλήσεις στις οποίες ποτέ δεν προλάβαινε να πάει λόγω πολλής δουλειάς, η Σοφία ήταν η κυρία του σπιτιού, με την  άσπρη ποδιά και το bonnet της, τόσο εκλεπτυσμένους τρόπους (αντέγραφε ασυστόλως τη μάνα μου κι εκείνη μόνο το χαιρόταν καλόκαρδα, είχαν τόση συνάφεια οι δυό τους..) που οι καλεσμένοι στα καρέ απορούσαν, εμείς, ως μικρά, ξέραμε,η Σοφία μας ήταν ο φύλακας-άγγελός μας και μοναδική....στη Σοφία μας οφείλω τις πρώτες αναγνώσεις του Γκυ ντε Μωπασσάν, αγόραζε το περιοδικό Ρομάντζο με πάθος και δίπλα είχε Καζαντζάκη,η Σοφία μας, μοναδική, με το σπαθί της κέρδισε τον ασημένιο δακτύλιο της πετσέτας με το όνομά της, Σοφία.

στα 23 της έγιναν τα προξενειά με έναν χρυσό άνθρωπο στη Μελβούρνη,δι' αλληλογραφίας, σαν σήμερα θυμάμαι στο σπίτι της γιαγιάς στην Κυψέλη που πήγαμε για να την βάλει στο αεροπλάνο για τη Μελβούρνη... Δεν ξαναείδα ποτέ τη Σοφία μας, ήρθε δύο φορές στην Ελλάδα κι έλειπα πάντα σε άλλη χώρα, βρήκα τα δώρα της. Είχε έρθει δύο φορές ο άντρας της, συμπαθέστατος κι όμορφος εφ' όλης της ύλης, τότε, της είχα στείλει κάτι που το κράτησε για πάντα. Όταν πέθανε η μάνα μου της τηλεφώνησα κι αρρώστησε για καιρό. Πέθανε πριν 4 χρόνια νεώτατη, 67 χρονώ, από ανακοπή, διατηρούμε πάντα επαφή με τη μοναχοκόρη της, το μικρό της αδερφάκι που έγινε παπάς κειπέρα και την λυμφατική αδερφή της, τη Σπυρούλα μας. Για τρία χρόνια τους είχαμε μαζί μας, θυμάμαι τα παιχνίδια μας με τον Δημητράκη και τη Σπυρούλα μας στην αυλή μας...Ήθελα πάντα να πάω στην Αυστραλία να τηνε δω, δεν την πρόλαβα, μία εξέχουσα προσωπικότητα, ό,τι κι αν πεις-.
-'Ετρωγα μεν με μαχαίρι και πηρούνι αλλά στα φρούτα δεν τα κατάφερνα, συμβοηθός γλυκύτατη η κυρία Νίτσα, 
-υπάρχει και μία αμήχανη ιστορία, όταν ήμουν 10, η μικρότερη αδερφή του πατέρα μου, η πανύψηλη, ολόξανθη και βεργολυγερή θεία Δέσποινα, επανέκαμψε στ' Ανάπλι, αποφασίζοντας να δεχθεί την πρόταση του επιχειρηματία και πρώτου τουριστικού πράκτορα της Ολυμπιακής Γιώργη  Γ. για δεύτερο γάμο. Την είχε μεγάλο καϋμό από τα μικράτα τους. Το σπίτι ήταν το πέτρινο, απλώς απέναντί μας. Χειμώνας, με βαριά βροχή, γίνονταν οι αρραβώνες, η μητέρα μου σκοτωμένη από τη δουλειά τηλεφώνησε να ζητήσει συγγνώμην κι έστειλε του λόγου μου να εκπροσωπήσω την οικογένεια, πρώτη φορά μόνη μου σε άλλο σπίτι, με ντύνει με τα καλά μου, μου δίνει ένα δώρο φερμένο εξ Αθηνών και μια μπουμπουκάδα από την αυλή μας και με ξαποστέλνει. Υπήρχε τότε η γιαγιά, η μητέρα του θείου Γιώργη, καθόμαστε στο τραπέζι, όλα καλά, έρχεται η ώρα των φρούτων και βάζουν μπρος μου σε πιατάκι ένα πορτοκάλι, βλέπω πώς το κόβουν οι άλλοι, κοιτάζω απελπισμένα, χάλια, με συλλαμβάνει το όμορφο βλέμμα της γιαγιάς  και μου λέει "κάτσε να  σου το ανοίξω εγώ", ήθελα να με καταπιεί η γης, φυσικά, περάσαμε κάτι μέρες με τη μάνα μου σε μαθήματα πώς κόβουν τα φρούτα στα επίσημα, χρειαζόταν? για τη γενιά μας και το κοινωνικό μας στρώμα, δυστυ-χέστα-τα, ναι! Ακόμη και σήμερα, πορτοκάλι και μήλο σε επίσημα καθίσματα αποφεύγονται επιμελώς-

- Ο κύριος Ηλίας με πήγαινε πίσω, είχε πολύ ωραία φωνή και μου τραγουδούσε ανεβαίνοντας την πέτρινή μας σκάλα ως τη τζαμόπορτα.


(...)

είδα το μουστάκι του μπαμπά/

τώρα θυμήθηκα

την τελευταία βόλτα

στους λεμονανθούς

στ’ άνθια της νερατζιάς

στον δρόμο

του μόνου σπιτιού

που αναγνωρίζω

δικό μου (...) 




γύρω στα έξη, η πισίνα είχε μόλις εγκαινιασθεί,είχα "κουρευτεί απολύτως"-
το έχω ξαναπεί,στο νηπιαγωγείο, είχα το πιο πρωτότυπο δεκατιανό: με το ποδήλατό μας, περνάγαμε από την Πλατεία, μου αγόραζε ένα χωνάκι βραστά κάστανα -συμφωνούσαμε στα 3 συνήθως- κι ύστερα πηγαίναμε στη γωνία, απέναντι από τη Βιβλιοθήκη, στου Μπουγιούκου, ένα μουστοκούλουρο -δεν τα αντέχει το στομάχι πια-, τα βάζαμε στο καλαθάκι- κι αυτό ήταν, a little bit peculiar, τι να κάνουμε? υπήρξαμε μυστήρια οικογένεια, αυτοί (οι τρεις τους) υπήρξαν δημιουργικοί.





 στο 2.22-24  αριστερά στέκει ακόμη το σπιτάκι, στο δρόμο μας με τις νερατζιές

*από τα 7 μόνο νυχτικό, ως τότε, πυτζαμούλα κίτρινο σκούρο με κόκκινα τετραγωνάκια, ποιά; στο κρεβάτι και μια κούπα (την συνήθη) με παγωτό σοκολάτα (χειροποίητο στην ξύλινη μηχανή παγωτού, η πολυπράγμων μάνα όλα τα πρόφθαινε, έφερνε για να κοιμηθώ). Στα σαλόνια, οι κυρίες παίζαν κουμ-καν και πινάκλ, πόκα, οι κύριοι, μπριτζ και πόκερ, ο πατέρας, ως συνήθως, διέπρεπε στο μπριτζ (πανελλήνιος πρωταθλητής γαρ)...

δεν ντύθηκα ποτέ Αμαλία, ο αδερφός μου ναι, τσολιάς, δεν είχα γεννηθεί όταν τον βάλανε δίπλα στη Μιμίκα την Απαλοδήμα και παρήλασε κιόλας, 3-4, όταν ήταν δέκα, καλά θυμάμαι το σαλάχι στη μέση, δανεικό από παλιά οικογένεια της Επανάστασης, όλη τη στολή είχε ράψει η μάνα μας, ως συνήθως, θυμάμαι τη φουστανέλα στη Σίγγερ και σιγοτραγούδαγε, "θα σε πάρω να φύγουμε, σ' άλλη γη σ' άλλα μέρη"  έτρεχε δίπλα στην παρέλαση και αποθανάτιζε τις σκηνές σ' εκείνη τη δική της Kodak, την έδωσα στον αδερφό. Μετά το παγωτό, κοιμήθηκα ήσυχα, χρόνια μετά, απλώνω το τραπεζομάντηλο με τα τραπουλόχαρτα τις Πρωτοχρονιές και φέρνω το χειροποίητο κουτί από τον παππού τον Κώστα όταν ήταν μελλοθάνατος στην Ακροναυπλία,  με τις φύσσες για να παίξουν οι φίλοι ζαριές στη μοίρα μας, ακόμα παίζουμε ζάρια, η μοίρα, καθ' ορίσθηκε πια-
-δεν μου κόστισε ποτέ που δεν ντύθηκα Αμαλία-