27/1/17

13η μέρα

"τον θάνατο, τον θάνατο, ποιός θα μπορούσε να τον εξαγνίσει"
-παραφθορές σεφέρειες κι η θάλασσα του φίλου μου του Μήτρα που κάνει κουράγιο για τη Νατάσα.
Σκέφτομαι τον θάνατο ακριβώς έτσι, καμιά φορά, σαν μια πλατειά θάλασσα που χαϊδεύει ιδέα εξαγνισμού, έρχεται σε σφιχταγκάλιασμα, νιώθεις λίγο πνιγμό και, τέλος, το σώμα επιπλέει αγνισμένο κι ανέμελα ανεβοκατεβαίνει στα κύματα, έρμαιο, του λοιπού, οφείλω στη Νατάσα τον ευπατρίδη άνεμο, όταν το διάβασε μαζί με τη θάλασσα είπε πως ήσαν καλά, εξακολουθώ με εμμονές κακού, ας είναι: 

Διαβάσεις

Δάχτυλα
πλέκουν και ξεπλέκουν
μαλλιά
διασχίζει ένας ευπατρίδης αήρ
υποκλινόμενος αβρά
στα ενωμένα γόνατα
της κορασίδος.
Εγώ κούναγα απεγνωσμένα το καπέλλο μου
Να χαιρετίσω κι εγώ, κι εγώ
το δείλι,
μώβιζε απ’ το κακό του
γιατί το κρύβανε
διαβατάρικα σύννεφα
που δεν τα νοιάζανε τα τεκταινόμενα.
Πέρασε μια ριπή
Χρατς!
Και πάγωσε την κίνηση.

Την θάλασσα, την θάλασσα (…)

Μαστιγώνω τη θάλασσα
και αρνείται να ρυτιδώσει
Περπατάω πάνω από τα κύματα
και είναι σα να θέλω να πορευτώ
μέσα σε σαντιγύ
Η σκιά μου
φιγούρα λιγνή
κι ασκητική
ίδιος Χριστός επί κυμάτων
Ένα πελώριο κύμα,
σκυλοπνίγηκα.
Ξύπνησα
ανάμεσα σε κυμάτινα
σκούρα μπλε βουνά
με λευκές απολήξεις.
Η ομοίωση του Χριστού
στο βάθος επέμενε.
-από τα Έπεα πτερόεντα? 2009