31/12/16

τι χρονιά κι αυτή!!!!

Γιώργος Ασημακόπουλος 17 Φεβρουαρίου 1951-31 Δεκεμβρίου 2016
 ήταν πρωτότυπος, κατεργασμένο υλικό, είχε την τρέλλα όλη, σαν να κόβει κανείς κομμάτι από τη σάρκα του:
το φιλί του ήταν τόσο υγρό, είμουν δεκατεσσάρων, στην τσιμεντένια σκάλα του σπιτιού μας, ούτε κείνος 17χρονος ήξερε πώς φιλάνε ούτε ένα κοριτσάκι,  ύστερα, στο καλοκαιρινό σινεμά Τριανόν, πρώτη φορά άδεια εξόδου, μετά στα τραπέζια του Καραμαλή, ένα κρεμ φόρεμα με φαρδιές τιράντες, κομψότατα τα όμορφα χέρια του στα μαχαιροπήρουνα, ύστερα, συμβολή Κωλέττη και Θεμιστοκλέους στην Αθήνα, ακουγόταν το πιάνο του Ξαρχάκου από πάνω μας, το φόρεμα ήταν τώρα λαχανί με σχεδιάκια (απεχθάνομαι το χρώμα λαχανί) κι ο Γιώργος ψιθύριζε: "μ' αγαπάς" ? είμουν 16 κι εκείνος ήδη σπουδαστής στου Βακαλό, η κυρία Ελένη να μας επιτηρεί αυστηρά.πηγαίναμε-ερχόμασταν, πηγαίναμε-ερχόμασταν... την φοβόμουν πολύ...Το καλοκαίρι, στις μπανιέρες, παραβγαίναμε  προσπαθώντας να φτάσουμε ως το Μπούρτζι,-ποτέ δεν τα καταφέραμε- οι μανάδες μας πίνανε ουζάκια στο καφενείο, ύστερα, έψαχνε αφορμές για να φάμε όλοι μαζί στην ταβέρνα του Καρατσιοπάνη. Είμουν πολύ μικρή, δεν καταλάβαινα τα τερτίπια του έρωτα....αντιδρούσα σθεναρά στο στενομαρκαριστό κόρτε...
Έπειτα, το αρχοντικό σπίτι στην αρχή της Αρεοπαγίτου, η μητέρα του, συνομίληκη με τον πατέρα μου, οι καλλίτεροι στενοί φίλοι, ψηλή, ευσταλής, με α λα γκαρσόν πάντα κατάξανθο μαλλί κι ένα ανοιχτογάλανο μάτι, πανέμορφη, υπερ-κοινωνική, άμεση, "μαγκωμένο" παιδάκι του λόγου μου, είχε το χάρισμα να με κάνει να νιώθω σαν στο σπίτι μου, ο κύριος "κλωστές Πεταλούδα" πατέρας του, ψηλός, ευθυτενής, με γκρίζα μαλλιά και πανέμορφο ευγενικό πρόσωπο, σαν Βρεττανός, τώρα που το ξανασκέφτομαι, λίγο θλιμμένος πάντα, κάπως "αποτραβηγμένος" αλλά εξαιρετικά ευγενής, τον "ξέκαναν" τον άνθρωπο τον καιρό της Χούντας, τον "σύραν" στις φυλλάδες, αυτόν τον ευπατρίδη, τον κλείσαν φυλακή για ελάχιστα χρέη, ακολουθούσαμε σιωπηλά την πορεία ως τον τάφο στο Νεκροταφείο μας, μου έλιωσε το χέρι από το σφίξιμο ο Γιώργος, μετά ήρθαν η Λίνα, η Μόσχα, ο Σταμάτης,η Γαλάνη, η  κυρία Νανά Παπαντωνίου, η Αρετή, οι πρώτες κρίσεις στο Υγεία, η μπουκάλα του οξυγόνου να σέρνεται από τη μύτη, η σωτηρία, η πισίνα στην Άρεια "θα τα καταφέρω, θα δεις" έκανε γυμναστική, έχανε κιλά κι είχε ξαναγίνει όμορφος όπως παλιά, η πάντα παρηγορητική παρουσία της Πέμης ως το τέλος.  Μου είχε πάντα πελώρια αδυναμία, του είχα πάντα πελώρια αδυναμία, είχαμε τσακωθεί χιλιάδες φορές, καβάλαγε τη μηχανή του που είχε μέχρι τέλους, φορτώνοντας και τη μπουκάλα του οξυγόνου και πέταγε πετραδάκια στο μπαλκόνι να του ανοίξω για συγγνώμην και γέλια, (ώρες-ώρες δεν τον άντεχα), ήταν ένας από τους πέντε ανθρώπους, μαζί κι οι γεννήτορες, που με αποκαλούσε "Αμαλάκι", με κάτι τέτοια με "σανίδωνε" ο γαλίφης, "έλα Αμαλάκι μου, άνοιξε"...-  στα χερούλια πάντα σακούλες με πορτοκαλολέιμονα (πού να τρέχεις τώρα στης γιαγιάς, πάρε αυτά για βιταμίνες, της γιαγιάς, το πατρικό, είναι ούτε 10 λεπτά με τα πόδια, εννοείται, με τις πορτοκαλιές και τις λεϊμονιές, ο τερατωδώς γενναιόδωρος, γλυκά φαντασιοκόπος φίλος μου, τον εκμεταλλεύτηκε κανονικότατα όλο το καλλιτεχνικό στερέωμα και, στα δύσκολά του, τού γύρισε την πλάτη εμφαντικά, αφού τους είχε κοιμήσει, ποτίσει, ταΐσει για χρόνια, τους περισσότερους από αυτούς, σε ένα σπίτι πάντα ανοιχτό, πάντα γεμάτο, και στην Αθήνα και στ' Ανάπλι, ούτε τηλεφώνημα δεν χρειαζόταν πριν καλά-καλά, απλώς κατέπλεαν, δυσανασχετούσαμε καμιά φορά οι στενοί του φίλοι Αναπλιώτες), σίγουρα θα δώσουν το παρόν στο ξόδι του, πολλοί τον αγαπούσαν κι ας ήσαν τσακωμένοι, δεν ήταν εύκολος άνθρωπος ο Γιώργος τα τελευταία ιδιαιτέρως χρόνια, -το φετεινό καλοκαίρι που πήγα με το ποδήλατο και τελικά καθήσαμε 4 μερόνυχτα και τα λέγαμε, είχε μείνει ολομόναχος με αυτούς που τον φρόντιζαν μαζί με το χτήμα,- τους τελευταίους που του βρήκαμε πριν δύο χρόνια, να είναι καλά οι άνθρωποι, τον πρόσεξαν πολύ- με έβγαζε από την πισίνα και μου έβαζε μουσικές, του ψιθύριζα στιχάκια και αποκοιμιόταν γαλήνιος πια. Καληνύχτα, γαλανομάτη μου. Τα λέμε κει πάνω, θα πίνουμε και θα καπνίζουμε όσο θέλουμε και δεν θα μας ζαλίζει κανείς με πρέπει, δικά μας θα είναι όλα τα θέλω, γειά σου όμορφε-


http://www.tovima.gr/relatedarticles/article/?aid=116898

δύο εικόνες,
 -στην Καρυατίδων στην Ακρόπολη, πάρτυ γενεθλίων,ανακάτευε σαλάτες, μαγείρευε εξαιρετικά, του άρεσε πάρα πολύ -είπε- η καροτόσουπα που κουβάλησα (μισή νύχτα την πάλευα με την αγωνία μήπως δεν του αρέσει) κι ο Θ. γελαστός, θυμάμαι πως φορούσα ένα μακρυπουκάμισο καρωτί με ζώνη χαλαρή και μαύρη μίνι φούστα, λέει ο Γιώργης, είσαι σαν καροτένια οδοντογλυφίδα με γόβες, ψηλοτάκουνες, για το χατήρι του, λάτρευε τις γόβες στις γυναίκες, εξάλλου, για χρόνια επιμελείτο τις βιτρίνες στα παπουτσάδικα του Πετρίδη, για το κέφι του πια όταν δούλευε μόνο στο θέατρο -το χαμόγελο ήταν όλο για κείνον, παρ' ολίγο να με λιώσει η αγκαλιά του/μπήκαμε στο στούντιό του και μου λέει: 20 μακέτες, γυρίζω ένα γύρω και βάζω από μια πινελιά ένα γύρω!!!!
-στα βραχάκια στην Αρβανητιά Θ +Ο κολυμπάγανε σε συναγωνισμό, πεταλούδα, κέρδιζε Ο, πάντα κερδίζει Ο, γυρίζει ο Γιώργης και μου λέει, είναι έξοχοι (μα, του λέω, πανευρωπαϊκά τα βραβεία στα σπριντ, γέλια). Η σκέψη μας στον Θ.
Καληνύχτα γλυκέ μου.


** ο Γιώργος Ασημακόπουλος θα γίνει στάχτες και θα ριχτούν στον Αργολικό κόλπο, όλοι εμείς, ευχαριστούμε εκ μεσούσης καρδίας την Πέμη Ζούνη που τόσα χρόνια ήταν δίπλα του μέχρι την τελευταία του στιγμή, στηρίζουμε τον για πάνω από 35 χρόνια σύντροφό του, για όσους ήθελαν ενδιαφερθεί, η εξόδιος την Τετάρτη, 4/1/2017 στις 2 μμ από το Α' Αθηνών, δεν θα είμαστε, έχουμε αγώνα την ίδια αυτή μέρα και ώρα, θα εκπροσωπηθούμε, σαφώς, κάποτε, θα ξανακολυμπήσουμε μαζί στα ίδια αργολικά νερά**

***Πολύ λογικό να ασχοληθεί με τα κοστούμια και τη σκηνογραφία, χάρισμα από τη γιαγιά του εκ μητρός, Ιφιγένεια Μαγουλιανίτη, με οίκο μόδας στην Ερμού στη δεκαετία του '30 ως και '60, ήταν το καμάρι της κυρίας Νανάς Παπαντωνίου (Ιωάννας για τους μη γνωρίζοντες), βοηθός της ως να τον σπρώξει στα βαθιά νερά. Με τρεις κινήσεις, σκιτσάριζε υπέροχα, ακόμη κι άρρωστος και παροπλισμένος δούλευε ακατάπαυστα, δεν πάνε τρεις μήνες που επιμελήθηκε το τελευταίο του μαγαζί στ' Ανάπλι, στολίδι***
-τον λάτρευε ο Χατζηδάκις κι εκείνος τη Φλέρυ,




(για μας ήταν "στο Αναπλάκι μας, λουλούδια στρώσε") εκεί, στο Φανάρι, στο βάθος, στην πλατεία, ο Άι Νικόλας, είχε επίσης όμορφη φωνή σαν τραγούδαγε.