5/10/16

Αρχές του 1966 πήγαμε στο Παρίσι με τη μητέρα μου, μείναμε στο  σπίτι της πρωτοξαδέρφης της Νanou, ηθοποιού του θεάτρου, συζύγου  του ως φέτος τον Γενάρη -πέθανε πια- ηθοποιού Michel Galabru, στην Opera. {Η γιαγιά μου γιακαλού, Μαργαρίτα, μάνα της μάνας μου, πρωτότοκη, είχε δύο αδερφές, την Μαρί,(ή θεία Μαρίκα)  -παντρεύτηκε έναν  στρατιωτικό στο Παρίσι, η ίδια ήταν λυρική τραγουδίστρια σαν την γιαγιά, έκανε δύο κόρες, Νανού, και Κικού, και οι δύο ξανθές, η Νανού κι η μάνα μου μοιάζανε με διαφορά χρωμάτων, περίπου συνομίληκες, η Κικού έζησε στις Βρυξέλλες-δεν ξέρουμε αν πέθανε, ήταν συνομίληκη με την Ζωρζέττα, την μικρότερη αδερφή της μάνας μου- και τη νονά μου Ζένη}.

Από του Ντιόρ, η μάνα μου αγόρασε ένα ύφασμα για να μου το κάνει φόρεμα, ροζ με πολλές κορδελίτσες ω! της φρίκης!!!!! (η θεία Nanou επέμενε πως θα ήταν τέλειο). Από κείνο το ταξίδι θυμάμαι τα παιχνίδια με τα ξαδέρφια μου Luc και Louis στο πάρκο, τις βόλτες και πρώτο δείπνο στου Maxim´s.

Κείνη τη μέρα στου Maxim´s, πρωτάκουσα τις μελωδίες του Ερίκ Σατί


*για τη χάρη του μικρού μας, του Μάκη, και μόνον, στα Φατσοτέφτερα επιθυμία ύπαρξης ουδεμία.
**αντιγραφή:


αν ζω σε δύο χρόνια, ίσως το ευχηθώ και δημοσίως. Θεωρώ πώς τους αξιόλογους ανθρώπους οφείλουμε να τους τιμούμε και δημοσίως, τη μάνα μου, του λόγου μου, πάντα. Η μάνα μου επειδή έγραφε και έχει καταγραφεί, πιστεύω πως πρέπει να τιμάται και δημοσίως, έστω απλώς από τα παιδιά της. Οι της γενιάς της, εξάλλου, κάνουν παρέα μαζί της στο υπερπέραν. Ό,τι αναγνωρίσεις έχεις, εν ζωή τις έχεις (σε ουσιαστική αναγνώριση η μνεία πάντοτε, φυσικά, όχι σε δήθεν λογοτεχνικά "χαϊδέματα"). Για την εποχή της και τη γενιά της έχει γράψει καλά (όχι υπέροχα, όχι πρωτότυπα, καλά). Την έλεγαν Τερέζα Παπαδόγιαννη-Ρούβαλη,, χθες, 4/10 θα είχε συμπληρώσει τα 98 αν είχε ζήσει, πέθανε έχοντας απλώς συμπληρώσει τα 66, τα παρατιθέμενα πονηματάκια, εν πολλοίς, της οφείλονται (μόνο και μόνο για τη λεμονιά στο πατρικό που την ανέστησε δεκάδες φορές)-
3 εικόνες: α' πρέπει να ήταν αρχές της δεκαετίας του '70, καθήσαμε να φάμε το μεσημέρι και λέει: "κανείς δεν θυμήθηκε πως σήμερα έχω γενέθλια?" εμεις τα παιδια και η κοπέλλα μας παγώσαμε, σήκωσε την πετσέτα του φαγητού και από κάτω βρισκόταν το δώρο της, ο πατέρας, πάντα ερωτευμένος, χαμογέλασε. ¨Εφερα από το δωμάτιό μου όπου κρύβαμε τα λουλούδια της.
β' ο πατέρας μου νοσηλευόταν με βαρβάτη πνευμονία σε μεγάλη ιδιωτική κλινική έχοντας διασχίσει τη μισή Ευρώπη οδηγώντας πίσω. σ' ένα σκαμνάκι καθόταν η μάνα μου, όταν μπήκα μέσα με μια μπουμπουκάδα,έλαμψε ολόκληρη κι ομόρφυνε κι άλλο (θυμάμαι τα όμορφα λακάκια της, τα έχει κληρονομήσει ο αδερφός).
γ' Οκτώβριος του '84, κείνες τις μέρες είμασταν οι δυό μας εκτός από τις ώρες που πήγαινα για δουλειά. Κατά τις 7 το απόγευμα λέω: μαμά, να πάμε μια βόλτα? -βγαίναμε για όσο μπορούσε να περπατήσει και μόνο όταν ήταν καλά από τις χημειοθεραπείες.Το προσπαθούσε πολύ, ήταν πείσμων. Περπατήσαμε ως το τέρμα περίπου της οδού Πίνδου, καθίσαμε σε μια πιτσαρία (δεν είχε και πολλά μαγαζιά τότε η περιοχή της Κάτω Κηφισιάς). Όταν φέρανε ό,τι φέρανε, σηκώσαμε ένα ποτήρι μπύρα και λέει "δεν θα πούμε Χρόνια Πολλά"? τα έχασα. ζέστη έκανε αλλά πάγωσα. Ακόμα θυμάμαι το "μάγκωμα" (είμουνα πολύ νέα και λίγα γνώριζα από τη ζωή). (τώρα μπορώ να το πω: σκέφτηκα: πώς να της πεις ότι του χρόνου ίσως δεν της πεις Χρόνια Πολλά?, ειλικρινά, δεν ήξερα τι να πω, θυμάμαι καθαρά πως κοίταζα για πολλές στιγμές τα νερά στο τραπέζι του εστιατορίου, ήξερα, εντούτοις, ότι έπρεπε να κάνω κουράγιο και να την στηρίξω, ήταν πολύ δυνατός άνθρωπος και ως τότε καλά γνώριζα πως ό,τι κι αν συνέβαινε, θα ήταν πάντα εδώ, η πρώτη φορά που συνειδητοποίησα πως ίσως δεν θα ξανα-ήταν "εδώ".
Για όσο εγώ ζω, Χρόνια Πολλά, μαμά.
PS 1 γενικώς απέχω και έχω λάβει αρκετή αγάπη παιδιόθεν για ν' αποζητήσω γερόθεν "χαϊδέματα". Δημοσίως λέω ό,τι με "καίει" καμμιά φορά σε ένα μπλογκ, παρ' ότι αυτό το μέσον έχουν "κάψει" τα υπόλοιπα διαδικτυακά μέσα εύκολης πρόσβασης και προβολής (η προβολή δεν υπήρξε ποτέ το "φόρτε" μου, παιδιόθεν ως γερόθεν πως)-
PS 2 Αντιλαμβάνομαι πλήρως την λειτουργία των διαδικτύων και το "αδηφάγο" βλέμμα, έστω και με την κάλλιστη των προθέσεων. Ευχαριστείες στους φίλους και φίλες για την μη διατύπωση σχολίων (δεν προσφέρεται το όλον και γνωρίζω πως πλήρως είναι αντιληπτόν)
PS 3 Στη μεγάλη φωτό η Τερέζα κοιτάζει την φωτό πάνω αριστερά με τις φελούκες στην Αίγυπτο, δική της φωτογραφία, βραβευμένη σε κάποιον διαγωνισμό της εποχής, πρέπει να είναι στα τέλη του 1979, φορώντας μαύρα γιατί είχε μόλις πεθάνει η Γιακαλού (η μάνα της και γιαγιά μου Μαργαρίτα Καραντινού-Παπαδόγιαννη) και στη δεξιά κάτω, θολά για να φανούν τα πολύ όμορφα χέρια της, στου "Ελβετού", στο Τολό, δεκαετία του '60.
PS 4 Γυρίζοντας προσωρινά στο κλεινόν διαπίστωσα ότι αυτό το ρημάδι το γιασεμί αποφάσισε να φερθεί ως γιασεμί, ήτοι, να μυρίζει σε όλα τα δωμάτια. Και θυμήθηκα την τρομερή μου μάνα που από τα λίγα πράγματα που ξέρω για φυτά από κείνην είναι να θρέφεις γιασεμί κι αγιόκλημα, και να περιμένεις τα τριαντάφυλλα ν' ανθίσουν, όταν περπατάγαμε σε δρόμους και, μη παιδούλα πια ούσα, σκαρφάλωνε κι έκλεβε από κήπους ό, τι της γυάλιζε στο μάτι
,
, διατεινόταν σθεναρά πως τα λουλούδια είναι ομορφιά και την ομορφιά την μοιράζεσαι, δεν έχει ιδιοκτησία, μυστήριος τύπος τελικά η μάνα μου!!! ε, she has been a little peculiar...-.