16/9/16

ΝΕΑ ΚΛΑΡΙΣΕ!!!




Με ικανοποίηση μαθεύτηκε πως εμφανίζεται στα Ελληνικά το τελευταίο βιβλίο που βγήκε όσο η Κλαρίσε Λισπέκτορ βρισκόταν στη ζωή, "Η ώρα της Σταρ", -1977- από τις νέες και πολύ ποιοτικές εκδόσεις "Αντίποδες", σε μετάφραση του Μάριου Χατζηπροκοπίου. Πιστεύουμε ότι θα είναι μία θαυμάσια απόδοση. Ελπίζουμε να ευτυχήσει αναγνωστικά.Να θυμηθούμε εδώ πως έγινε ταινία από την Suzana Αmaral και βραβεύτηκε το 1985 στο Φεστιβάλ του Βερολίνου με την Αργυρή Άρκτο τόσο η σκηνοθεσία όσο και η πρωταγωνίστρια Marcelia Cartaxou (α' βραβείο ερμηνείας).Υπήρξε το μόνο έργο της Λισπέκτορ με κοινωνικές προεκτάσεις, γράφοντας ερμητικά συνήθως. Μια μικρή  κοπέλλα, η Μακαμπέια, γίνεται  πρωταγωνίστρια, Σταρ, για λίγο και τ' αστέρι της λάμπει μέσα από μια σύντομη ιστορία αγάπης.



https://ayrtonbecalle.files.wordpress.com/2015/07/lispector-c-a-hora-da-estrela.pdf

Ως εκείνη  που είχε -και θα έχει πάντα- το μεράκι, αφού ετοιμάζονται  και άλλα βιβλία της Λισπέκτορ, να την γνωρίσει στην Ελλάδα, μόνο χαρά και ολόψυχες ευχές για καλές αναγνώσεις.
Χαίρομαι πολύ που φίλοι μού γνωστοποιούν ότι ακόμη εντυπωσιάζει το πρώτο βιβλίο στα Ελληνικά της Λισπέκτορ "Κοντά στην άγρια καρδιά" στα διαδίκτυα, (δεν πολύ-είμαι).

 https://web.facebook.com/photo.php?fbid=1036926359758324&set=ecnf.100003229093115&type=3&

Για την ιστορία κάτι από τα πρώτα δύο κεφάλαια του "κοντά στην άγρια καρδιά" ήδη ιστορία...

(...)                           «Βρισκόταν μόνος. Αφημένος, ευτυχής,
κοντά στην άγρια καρδιά της ζωής».

Τζέιμς Τζόυς

(…)

Ο πατέρας


Η γραφομηχανή του μπαμπά έκανε τακ τακ… τακ τακ τακ….Το ρολόι χτύπησε μ’ έναν ήχο υπόκωφο. Η σιωπή σερνόταν, ζζζζζζζ. Η ντουλάπα έλεγε τι; Ρούχα, ρούχα, ρούχα. ‘Οχι, όχι. Ανάμεσα απ’ το ρολόι, τη μηχανή και τη σιωπή, ακοή ασκημένη, ένα πελώριο αυτί τεντωμένο, ροδαλό, νεκρωμένο. Οι τρεις ήχοι ενωμένοι από το φως της μέρας και το θρόισμα στο φύλλωμα των δέντρων που αγγίζονταν μεταξύ τους ακτινοβολώντας.

Ακουμπώντας το κεφάλι στο αστραφτερό και κρύο βιτρώ κοίταγε κατά τον φράχτη τού γείτονα, κατά τον μεγάλο κόσμο απ΄τις κότες που «δεν ήξεραν ότι πρόκειται να πεθάνουν».  Και μύριζε, λες κι ήταν δίπλα στη μύτη της, τη ζεστή γης, σκούρα, γιομάτη αρώματα και στεγνή κι όπου όλο και κάποιο σκουληκάκι σερνόταν πριν να καταβροχθιστεί από την κότα που θα έτρωγαν οι άνθρωποι.

Μια στιγμή μεγάλη, ακίνητη, δίχως περιεχόμενο. Άνοιξε τα μάτια, περίμενε. Τίποτε δεν είδε. Λευκό. Μα ξάφνου, σε μια στιγμή, η μέρα ξαναβρήκε το ρυθμό της κι όλα άρχισαν και πάλι να λειτουργούν, το τακ τακ της γραφομηχανής, το πούρο τού μπαμπά σκορπώντας τη μυρωδιά του, η σιωπή, τα φυλλαράκια, τα ξεπουπουλιασμένα κοτόπουλα, το φως, τα πράγματα ζωντανεμένα όλο βιάση, σαν τσαγερό που κόχλαζε. Έλειπε μόνο το τικ τακ του ρολογιού, που τόσο λάτρευε. Έκλεισε τα μάτια, έκανε σα ν’άκουγε τον ήχο από κείνη την ανύπαρκτη μουσική και με ρυθμό σηκώθηκε στις άκρες των ποδιών. ‘Εκανε τρία βήματα χορευτικά, πολύ ελαφρά, σα να φτερούγιζε.

Τότε, αίφνης, τα κοίταξε όλα με απέχθεια, σα να είχε παραφάει από όλο τούτο το συνονθύλευμα. Αχ, αχ, αχ, βόγκηξε σιγαλά, κουρασμένη κι ύστερα αναλογίστηκε: τι θα συμβεί τώρα, τώρα, τώρα; Και πάντα, σ’εκείνη τη σταλίτσα χρόνου, τίποτα δε συνέβαινε, τι κι αν αυτή συνέχιζε να περιμένει κείνο που θα συνέβαινε, καταλαβαίνετε; Απομάκρυνε αυτή τη δύσκολη σκέψη, αποσπώντας την προσοχή της με μια κίνηση του ξεκάλτσωτου ποδιού της πάνω στο ξύλινο σκονισμένο πάτωμα. Έσυρε το πόδι κοιτάζοντας λοξά κατά τη μεριά τού πατέρα της, καραδοκώντας το βλέμμα του, ανυπόμονο και νευρικό. Μα τίποτα δεν είδε. Τίποτα. Αποδεικνύεται δύσκολο ν’απορροφήσεις τους ανθρώπους καθώς η ηλεκτρική σκούπα τη σκόνη.

-       Μπαμπά, έφτιαξα ένα ποίημα.
-       Πώς λέγεται;
-       Ο ήλιος κι εγώ. – Και δίχως να περιμένει απήγγειλε: –«Οι κότες που είναι στο κοτέτσι κατάπιανε δυο σκουληκάκια αλλά εγώ δεν το είδα».
-       Α, μπα! Και τι σχέση έχετε εσύ κι ο ήλιος με το ποίημα;
Έμεινε να τον κοιτάζει μια στιγμή. Εκείνος δεν είχε καταλάβει...
-       Ο ήλιος είναι πάνω από τα σκουλήκια, μπαμπά, κι εγώ έφτιαξα το ποίημα και δεν είδα τα σκουλήκια... Παύση.
- Μπορώ να φανταστώ άλλο αυτή τη στιγμή: «’Ηλιε, έλα να παίξεις μαζί μου». Και άλλο, πιο μεγάλο:

                  «Είδα ένα συννεφάκι
                    αλλά το καημένο το σκουλήκι
                    νομίζω ότι δεν το είδε».

-       Είναι πολύ όμορφα, μικρό μου, πολύ όμορφα.  Πώς καταφέρνεις να φτιάνεις τόσο όμορφα ποιήματα;
-       Δεν είναι καθόλου δύσκολο, αρκεί μόνο να τα απαγγείλω λίγο-λίγο.
(…)

Η μέρα της Ζουάνας 


Έχω τη βεβαιότητα ότι τείνω στο κακό, σκεφτόταν η Ζουάνα.

Τι άλλο να ήταν αν όχι κείνη η αίσθηση συγκρατημένης δύναμης, έτοιμη να εκδηλώσει βιαιότητα, κείνη η δίψα να την χρησιμοποιήσει με κλειστά μάτια, με την άκριτη σιγουριά ενός θηρίου; Μη και δεν αναπνέει κανείς άφοβα παρά μόνο στο κακό, με την αποδοχή του αέρα και των πνευμονιών; Ούτε η απόλαυση δεν θα μου ’δινε τόση ευχαρίστηση όση το κακό, σκεφτόταν έκπληκτη. Ένοιωθε μέσα της ένα τέλειο ζώο, γεμάτο ασυνέπεια, εγωισμό και ζωτικότητα.(…)

(…)Ναι, ένοιωθε μέσα της το τέλειο ζώο. Της προκαλούσε απέχθεια η ιδέα να λευτερώσει κάποτε κείνο το ζώο. Φοβούμενη ίσως την έλλειψη αισθητικής. Ή φοβούμενη κάποιαν αποκάλυψη... 
-Όχι, όχι, -επαναλάμβανε στον εαυτό της- ανάγκη είναι να μη φοβάμαι να δημιουργήσω. Στο βάθος- βάθος το ζώο τής προκαλούσε απέχθεια πιθανώς γιατί ακόμα διακατεχόταν από την επιθυμία ν’ αρέσει και ν’ αγαπιέται από κάποιον ισχυρό όπως η νεκρή θεία. Για να την ποδοπατήσει ασφαλώς στη συνέχεια, να την απαρνηθεί αλύπητα. Γιατί η καλύτερη φράση και η πρώτη, εξάλλου, ήταν: η καλοσύνη με κάνει να θέλω να ξεράσω. Η καλοσύνη ήταν βλακώδης και δίχως υπόσταση, βρομοκοπούσε ωμό κρέας διατηρημένο για καιρό. Χωρίς να φτάσει σε κατάσταση πλήρους αποσύνθεσης, παρόλα αυτά.  Πότε-πότε το αναζωογονούσαν, του ρίχναν λίγα μπαχαρικά, αρκετά για να το συντηρήσουν σαν ένα κομμάτι κρέας χαζό και άκακο.(…)
© ΑΡ & εκδ.Gutenberg

 *στο πλαίσιο της δημοσιογραφικής της πορείας, η Κλαρίσε Λισπέκτορ δημοσίευσε συνεντεύξεις στην μεγαλύτερη  εφημερίδα της εποχής, στην δεκαετία του '70, με τις πιο εξέχουσες προσωπικότητες του καιρού. Μεταξύ αυτών, με τον Τομ Ζομπίμ, γεννήτορα της μποσανόβας (bossa nova) μαζί με τον πασίγνωστο ως εξαιρετικό ποιητή, που υπήρξε, -ένας από τους τρεις πιο εξέχοντες της γενιάς του (γεν. 1913) και υπέροχο τραγουδοποιό, Βινίσιους ντε Μοράες. Η Ιστορία τής Μουσικής τους οφείλει μεταξύ πλήθους άλλων το κορίτσι από την Ιπανέμα (the girl from Ipanema)  - εδώ, με το μεγάλο όνομα της βραζιλιανής μουσικής, Ζουάου Ζιλμπέρτου: 

*