7/6/16

bravo


Εμείς και τα βραβεία... μπλιαχ, αλλά όταν έχεις φάει τα νύχια σου κει πάνω σαν τον Κεντρωτή, ε,, μπράβο!!! Το φετεινό Βραβείο Άρη Αλεξάνδρου στον Γιώργο Κεντρωτή για τον Μπρέχτ του (περιμένουμε σαφώς το Κρατικό για τον Βίκο του, έργο ζωής), για την ώρα, μπράβο Γιώργη.


http://zbabis.blogspot.gr/2015/01/500.html
«Δε θα λένε: Τον καιρό που η βελανιδιά τα κλαδιά της ανεμοσάλευε.
Θα λένε: Τον καιρό που ο μπογιατζής τσάκιζε τους εργάτες.
Δε θα λένε: Τον καιρό που το παιδί πετούσε βότσαλα πλατιά στου ποταμού το ρέμα.
Θα λένε: τον καιρό που ετοιμάζονταν οι μεγάλοι πόλεμοι.
Δε θα λένε: Τον καιρό που μπήκε στην κάμαρα η γυναίκα.
Θα λένε: Τον καιρό που οι μεγάλες δυνάμεις συμμαχούσαν
ενάντια στους εργάτες.
Μα δε θα λένε: Ήτανε σκοτεινοί καιροί
Θα λένε: Γιατί σωπαίναν οι ποιητές τους;»


Μπ. Μπρεχτ


1.
Στον τέταρτό του εμπήκε ο πόλεμος τον Μάρτη
και μιας και η ειρήνευσις αποκλειόταν πλήρως,
μπαϊλντισμένος ο στρατιώτης έως άρτι
το πήρε απόφαση και απέθανεν ως ήρως.
2
Ο πόλεμος συνεχιζόταν όμως. Φτάνει
στον Κάιζερ το μαντάτο και πολύ ελυπήθη,
γιατί προτίμησε ο στρατιώτης ν’ αποθάνει
προόρως, και όχι ως τα κρατούντα ορίζουν ήθη.
3
Το καλοκαίρι διάβηκε ζεστό απ’ τους τάφους·
κοιμόταν ο στρατιώτης απ’ το χώμα κάτω.
Μια νύχτα εβάλθηκε να εγκύπτει επί του εδάφους
στρατιωτικό εξ ιατρών κομμισαριάτο.
4
Η ιατρική επιτροπή εσκορπίστη ανάρια
στο κοιμητήριο, εις τον αγρόν του κεραμέως·
και πιάσαν και με κάτι ευλογημένα φτυάρια
ξεθάφτηκε ο στρατιώτης τη όψει φρικαλέος.
5
Ο υπεύθυνος γιατρός το πτώμα θα κοιτάξει
μ’ εμβρίθεια επιστημονική – το πώς επλήγη.
Ο υπεύθυνος γιατρός θα το ’βρει νά ’ναι εν τάξει
και λέει πως έχει πια απ’ τον κίνδυνο ξεφύγει.
6
Τον πήραν τον στρατιώτη ευθύς με ό,τι φορούσε.
Η νύχτα υπέροχα γλαυκή ήταν – ω, τί θάμα!
Το κράνος του όποιος δεν εφόραε, θα μπορούσε
τ’ αστέρια νά ’δει της πατρίδας του εν τω άμα.
7
Ρακές τον πότιζαν και φλογισμένο σνάψι
στο σαπισμένο του κορμί παντού να ρεύσει
δυό νοσοκόμες· κι όσο για να τον ανάψει,
ξεντύθηκε μια σουρλουλού πάν’ απ’ τη μέση.
8
Πλην επειδή ο στρατιώτης έζεχνε σαπίλα,
έναν παπά φωνάξαν που ’ξερε την τέχνη ·
τον θύμιασε, τον ράντισε με θεία φύλλα,
και θαύμα εγίνη κι έπαψε ο νεκρός να ζέχνει.
9
Και πλάκωσαν οι μούζικες με τις φαμφάρες
και παίζαν μαρς – τη μιά μαζί, την άλλη σόλο·
ο δε στρατιώτης μας (που νά ’βρει τέτοιες χάρες!)
τα πόδια νιώθει νά ’χει χωριστά απ’ τον κώλο.
10
Γι’ αυτό και αδελφικά τον πιάσαν δυό κυράδες
απ’ τις μασχάλες, δίνοντάς του τη γαλήνη.
Αλλιώς φτερά μπορεί να βγάζαν του οι κουράδες
να πέταγαν – κι επ’ ουδενί έπρεπε να γίνει.
11
Το σάβανό του πήρανε· το ζωγραφίσαν:
μαύρο-άσπρο-κόκκινο το βάψανε· μπροστά του
μετά πεντέξι τεντωμένο τού το στήσαν·
τα χρώματα έκρυβαν τον όγκο απ’ τα σκατά του.
12
Μετά ένας κύριος εμφανίστηκε με φράκο·
περπάταγε έχοντας προτεταμένο στήθος.
Ως γερμανός ανήρ μιλούσε μπρος στο λάκκο
για το καθήκον, που ’ναι ουσία και όχι μύθος.
13
Ταρατατζούμ βαράγαν με βαριές γκραν-μπάφες,
την άραχλη κατέβηκαν τη λεωφόρο·
ο δε στρατιώτης, σάμπως νά ’χε φάει μπάφες,
χιονονιφάδα ελικνιζόταν μες στον χώρο.
14
Γατόσκυλα φωνάζανε ξανά και πάλι·
στους κάμπους έρημες οι καλαμιές σφυρίζαν.
Δεν θά ’ταν μάλλον μισητοί και απαίσιοι Γάλοι –
θα τους πολέμαγαν, δεν θα τους σκυλοβρίζαν.
15λ
Από χωριά περνάγανε και χωριουδάκια·
γυναίκες βγαίναν να τους δούνε από τα σκούρα·
τα δέντρα εγέρναν, το φεγγάρι, τ’ αστεράκια
να δουν και να κραυγάζουν Ζήτω τους και Χούρα!
16
Μ’ ευχές (: Στο επανιδείν!) και τζερτζελέδες πρώτης
γυναίκες, σκύλοι και ιερείς, καθώς προσήκει,
γιορτάζαν. Μεταξύ τους και ο νεκρός στρατιώτης
σα μεθυσμένο να χοροπηδάει πιθήκι.

http://www.poiein.gr/archives/27506
 Όλα τα εύσημα στην υπέροχη δουλεια του Γιώργη,
Συγχαρητήρια Κεντρωτή!!!