8/6/16

δι-φυλία

Κωνσταντίνος Λουκόπουλος

Σύννεφα μαζεύονταν σφικτές πέτρες/
το μάγουλο/
ένας εντεταλμένος καθρέφτης/
-πονούσε- αλλά δεν άντεχε το φως και έσβηνε/
με τα πολλά η σκιά της/
μαζεύτηκε συρίζοντας/
όφις περιδινούμενος/
ζαλίστηκα κι έκατσα να ξαποστάσω/
μα η βροχή διασάλευε και απέτυχα/
άδεια περίπτερα κατάφωτα στην ομίχλη/
τις νύχτες τις χώρεσα/
πιο ψηλά τις παλιές/
στον πάτο τις ψεύτικες/
κι όταν ήρθε στην όψη καμένη
τη δέχτηκα/
χυμός στο ντέρτι της/
το άδειο τσαντάκι/
μύριζε έρωτα και κομμάτια ζωής/
μύριζε θέωση/
και το επώνυμο της εξώπορτας/
κι ενα σώμα λάγνα γεωγραφία/
κάθε μελανιά/
ένα σεντόνι δίφυλλο/
στον τοίχο τα υγρά παράθυρα/ διέτρεχαν τη ζωή με εγκάρσιο φως/
και ο χειμώνας ήταν δύο/
ένας μέσα/
ένας έξω/
έτσι την κράτησα/
ως ζεστή ρανίδα/
και φορτώθηκα μαζί της χρόνια/
κι έζησα μια μέρα άσπρη/
χωρίς αλάτι/
στο μπαλκόνι που και που η βροχή/
έφτιαχνε λιμνούλες/
κι η οροφή στην κάμαρα/
μάζευε υγρασία/
κατά τα άλλα καλά…