28/6/16

ζωές...

ζωές ακυρωμένες στους καιρούς




και μια φλογίτσα ελπίδας από τους φίλους μας εδώ 








ΙΙ

Μέρες που δεν σε θέλουν πια
γιατί πολύ τους δόθηκες, γιατί
αφρόντιστα ξοδεύτηκες
μέρες που δεν σε ξέρουν πια
κι αποτραβούν το χέρι τους από το δικό σου
κι όλο μακραίνουνε και προχωρούν χωρίς εσένα
                                 ―μα πού πάνε;―
Μόνος, σκοτάδι και τ’ απόμακρά τους βήματα
βλέφαρα που σφαλούν πάνω στο δέρμα σου
φύλλα που γίνονται ένα με το χώμα.

Πλατείες που δε σ’ αναγνωρίζουν πια
δρόμοι που κρύοι γλιστρούν κάτω απ’ τα πόδια σου
άλλους βηματισμούς τώρα ζητούν,
για νέες χειρονομίες κραυγών ριγούνε τώρα οι άνεμοι.

Όλα γινήκαν έτσι μονομιάς μια άξαφνη αναχώρηση
ξένος στον κόσμο απόμεινες
βλέμματα, λόγια, αφές,
γεφύρια που σ’ ενώναν με τους άλλους,
όλα γκρεμίσαν τώρα πάνω σου ― κι αν θα φωνάξεις, η φωνή σου
ομίχλη πήζει γύρω σου.

Μέρες που δεν σε θέλουν πια,
μέρες που σμίγατε μαζί στην ίδια πίστη, μα που τώρα
κάτι άλλο ψάχνουν ― μα τι να ’ναι αυτό;
κάτι άλλο πιο μακριά απ’ την πίστη σου γυρεύουνε κι ο φόβος
μήπως δεν πήραν τίποτε, μα τίποτε από σε μαζί τους
λειώνει τη σάρκα σου, χωρίζει το κορμί απ’ την αίσθηση
καθώς το νιώθεις πια
πως άρχισε το τρομερό κι απρόσμενο
το πέρασμα της ιστορίας επάνω σου.
(…)

Βύρων Λεοντάρης
από εδώ: