20/6/16

ήτανε κάποτε ένας πατέρας..., μία μητέρα και δύο μνήμες...

αυτό με τις χαριτωμενιές του ΟΗΕ για μανάδες, πατεράδες, σκυλάκια και γατάκια, μακριά, "απλώς δεν πρόκαμα...."

ήτανε κάποτε ένας πατέρας, κείνη τη νύχτα, Δευτέρα, 4 του Ιούνη 1984 στη 1 πμ, "τρέχα, ο πατέρας σου" η μάνα μου στο τηλέφωνο από νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν ήδη, ως την  Κυριακή τη νύχτα, 10 του Ιούνη, ώρα θανάτου 10.38 μμ, μπήκα, ανοιχτά ακόμη τα γαλαζοπράσινα του μάτια, αυτόματη η  κίνηση, τα έκλεισα, ήτανε κάποτε ένας πατέρας, σαν Κιρκάσιος πολεμιστής, με δέρμα έτσι και μάτια έτσι' όταν φτάσαμε μπρος στην  πόρτα του σπιτιού μας έπαθα υστερία, δεν ήθελα να μπω' η μνήμη μπλέκεται, λίγους μήνες μετά, με τις πορτοκαλί  κουβέρτες υπό μάλης από άλλη κλινική,να την ζεσταίνουν σ' έναν τόσο κρύο χειμώνα, γυρίζοντας οι δυό μας με τη Ζωρζέτα, και το κάθισμα στα σκαλιά'  πάλι δεν ήθελα να μπω, να κάνω τι? μόλις την Παρασκευή, κρατώντας την αγκαλιά, της περιέγραφα τα ανθάκια στο περβάζι (δεν έβλεπε πια)-Σάββατο πέθανε, πρωί ήταν-
{-των Φώτων, είχε έρθει από πολύ μακριά ο τότε άντρας μου να την δει (τη λάτρευε), ξαναγύρισε από την άκρη  του κόσμου να της πει αντίο ένα μήνα μετά, η Ζωρζέτα έκανε τα μαγικά της στην κουζίνα, στο φαγητό, τίποτα δεν πήγαινε κάτω, στοπ, λέει ο Ντίνος "φέρε την κιθάρα σου, παίζε" αυτόν τον κυρ-Αντώνη ποτέ δεν θα μπορέσω να ακούσω πιά, τραγούδαγε γενναία ο Ντίνος με την υπέροχη φωνή του, σιγοντάριζε η Ζωρζέτα με την άλλη πανέμορφη μέτζο φωνή της, έπαιζα στωϊκά, κάναμε κουράγιο για να της δώσουμε λίγη χαρά, στεκότανε στο νύχι με όλη τη μορφίνη παραμάσχαλα και τραγουδούσε με τη σοπράνο φωνή της, τραγουδάγαμε όλοι μας ως πού λέει ο Μάκης ξαφνικά:
"φτάνει,την  κουράσαμε τη θειά". δεν ξαναέπαιξα κιθάρα, - στα σκαλιά, κράταγα τις κουβέρτες αγκαλιά, δεν ήξερα τι να τις κάνω πια...}-
-από το τρίχρονο "μπαμπά, κουρεύτηκα απολύτως" και γέλασε όλο το χωριό στο  καφενείο όπου έπαιζε μπριτζ, ο μπαμπάς με πήρε αγκαλιά να παρηγορήσει τα χαμένα μου μακριά μαλλιά, ήτανε κάποτε ένας πατέρας που με έμαθε να μην φοβάμαι το γαλάζιο μου ποδήλατο, αφαιρώντας τις βοηθητικές ρόδες στα 5 μου, πέφτοντας χιλιάδες φορές στο άγριο τσιμέντο της Παραλίας, γρατζουνίζοντας τα γόνατά μου, σαν παλιάλογο με έλεγε, ήτανε εκείνος ο πατέρας που δεν με μάλλωσε όταν βρέθηκα στην Κόρινθο, ανέμελα πεταλίζοντας περνώντας κι αναγνωρίζοντας τα Πλατανάκια, ήπια νερό στη  βρύση και συνέχισα,τριαλαρί-τριαλαρό, είχαν τρελλαθεί να ψάχνουν  το 8 χρονο σπλάχνο τους που αθώα σαν παιδάκι ρώτησε στο καφενείο του ΚΤΕΛ της Κορίνθου, τον μόνο δρόμο που αναγνώριζε στο έμπα της πόλης, "πού βρίσκομαι", ήρθε με το "Μπουζούκι" μας, κι όλη η έγνοια του 8 χρονου ήταν να μην του χαλάσουν το ποδηλατάκι του που είχε στείλει η θεία Ζένη από την Αμερική, ζεμένο με απλό σκοινί να σέρνεται σε όλο τον δρόμο Κόρινθος-Ναύπλιο,  με μάζεψε και με κοίμισε, φιλώντας με από τα μοβόρικα νύχια της μάνας μου που ετοιμαζόταν να με γδάρει ζωντανή από την αγωνία της, εκείνος ο πατέρας που έγραφε από το  Κόνγκο (μόλις ο αδερφός του αφιέρωσε ένα βιβλίο) στη μάνα μου, "να την προσέχεις" εκείνος ο πατέρας που με πήγαινε στο  νηπιαγωγείο με το ποδήλατό του κι είχα το πιο πρωτότυπο πρωϊνό, περνάγαμε από την Πλατεία γιά ένα χωνάκι βραστά κάστανα και στη γωνία, από τον φούρνο του Μπουγιούκου, ένα μουστοκούλουρο' τα βάζαμε στο καλαθάκι μου, ακόμα το έχω, ψάθινο, με κούμπωμα δερμάτινο καφέ, ειρήσθω, η μάνα μου ήταν αναφανδόν υπέρ του καταμερισμού εργασίας, ως πρώιμη φεμινίστρια,ο πατέρας μου ομοίως, σιγοντάριζε, έτσι, όταν τύχαινε να μην έχουμε για λίγον καιρό κοπέλλα, (σπάνιο αλλά τύχαινε)  ο πατέρας σιδέρωνε, μαγείρευε, εγώ καθάριζα κι έστρωνα τα κρεβάτια' αυτά ήσαν μέρος του DNA μας.... μόνο ο λουφαδόρος ο αδερφός έκανε να διαφύγει αλλά με δυό μητρικά τραβήγματα αυτιών ερχόταν στα ίσα του και συμμετείχε...
*Σούνιο και τα βαλς του, εζιτασιόν, πάντα, το  κερασάκι στο χωρίς αλκοόλ εφηβικό ποτό μου, ήτανε πάντοτε ένας πατέρας, ακούγοντας μαζί με τις μέρες το Κιλιμάντζαρο -ποιός να το έλεγε, χρόνια μετά? -με τις απελπισίες του στη βεράντα ακούγοντας ξανά και ξανά τα ίδια κονγκολέζικα δισκάκια, ήτανε  κάποτε ένας πατέρας, διαβάζοντας μόνο βίπερ τα τελευταία τρία του χρόνια, αφού είχε καταπιεί βιβλιοθήκες με δοκίμια και γράψει άλλα τόσα, ήτανε κάποτε ένας πατέρας, με τις καλλίτερες νομικές "προτάσεις" ever, κατά ομολογίαν των εγκριτότερων δικαστών στο Εφετείο του Ναυπλίου, όπως ο Ντεγιάννης, ο Κόκκινος κι ακόμα εκείνος ο Σαρτζετάκης  όταν λειτουργούσε ως δικαστής, ήτανε κάποτε ένας πατέρας, τα χρόνια  χρειάζονταν για να  εκτιμήσει κανείς μίαν ειλικρινή κι ακέραιη  στάση  ζωής. Τον είχα φαντασθεί με άσπρα μαλλιά και γέρο, δεν πρόκαμε, τα πλούσια μαλλιά του μόλις είχαν υπό-γκριζάρει,  δεν ήταν 65 χρονώ το 1984, 32 χρόνια πια.
Εκείνος ο πατέρας που αν και πάντα το ήξερα, έπρεπε να πεθάνει για να καταλάβω πόσο πολύ τον αγαπούσα, πόσο πολύ λυπόμουν να ακούω τα Κονγκολέζικά του και να μην μπορώ να του πω κάτι. κι ας ήμουν απλώς 10. Εκείνος ο πατέρας που χάσαμε πολλά χρόνια ως να γνωριστούμε καλά, αλλά δεν πρόκαμα, κάτι ψέλλισα μέσα μου ενόσω τον κατέβαζαν χάμω μέσα σε απίστευτο καύσωνα με την εικόνα της μάνας μου να στρίβει παραδίπλα, λέγοντάς μου, "πήγαινε εσύ, εγώ, δεν μπορώ..." (τι ειρωνεία, καύσωνας τότε, η πιο παγωμένη μέρα σε βάθος χρόνων στην  κηδεία της μάνας μου λίγους μήνες μετά, πολύ λιγότερος κόσμος, όλοι οι δικοί της εντούτοις, τουτέστιν, το μισό Ανάπλι αντί για ολόκληρο,  και τ' αναπλιώτικο αγιάζι να περονιάζει τη φούστα μου κλείνοντας ζωές...).
*κι ας τρύπησε το χέρι του πέρα ως πέρα με το πινέλο μου
 ένα βράδυ και τρέχαμε στα νοσοκομεία, για να μην χτυπήσει εμέναν όταν αρνιόμουν να τελειώσω το μάθημα της Ιχνογραφίας με τη σινική, περασμένες 2 κι εκείνον να κατεβάζει διακόπτες, αλλά και με εκείνη την γεμιστή με νουγκατίνα σοκολατίτσα της εποχής και την κυρία με το τσεμπέρι στην ΙΟΝ Υγείας που μου έφερνε βράδυα πολλά γυρίζοντας στο σπίτι χαμογελαστός, ο πατέρας μου.

η φωτογραφία με την καλλιτεχνική του γραφή λέει: 14 Ιουνίου 1946, ήταν 26 και μισό ακριβώς χρονών (και δύο ημερών) και 2 μισυ χρόνια παντρεμμένος, πάντα θα είναι δύσκολοι οι αποχαιρετισμοί, ο πατέρας.



 *δεύτερο έμφραγμα, σένιος ως πάντα, ενώ έπαιζε χαρτιά με τους φίλους του, στο πρώτο, είμουνα κατά τύχην παρούσα στο σπίτι, πάνω, βόρεια, πολύ νωρίς ένα πρωί ενώ έφευγα για τη δουλειά, βρεθήκαμε στην κλινική πατητά, 30 μέρες μέσα... με παράκληση του, ωσεί, ψήφισα το νέο του κόμμα, πρώτη και τελευταία φορά, για το χατήρι του, κατεβαίνοντας κάτω, σε ένα υπό κατάρρευσιν πατρικό, μέσα από ένα ραδιοφωνάκι, άκουγα τα αποτελέσματα, βγήκα στον δρόμο, πήγα στον θάλαμο και ζήτησα να του μιλήσω στις 3 το πρωΐ: λέω "είσαι ευχαριστημένος; βγήκατε" λέει, "αυτό που έκανες, θα το θυμάσαι", δυστυχώς, το θυμάμαι αλλά για κείνον και μόνο ήταν...

**η Ζωρζέτα-η μικρότερη αδερφή της μάνας μου και ο άντρας της, ο υπέροχος θείος μου ο Ντίνος, από το Πορτοχέλι με τα γκάζια στο φουλ, φτάσανε σε δύο ώρες, πώς δεν σκοτωθήκανε ένας Θεός ξέρει, να κάνει τις 5 ώρες 2, πάνω από βουνά και λαγκάδια κείνους τους καιρούς,με τα παλιά κακοτράχαλα για δρόμους, άγιο είχαν, όταν έφτασα με το ταξί στην κλινική,ούτε που σκέφτηκα να πάρω τη μηχανή, Θεία Πρόνοια, θα είχα σκοτωθεί σε καμιά λεωφόρο (έχεις τα διπλά αν φτάσεις σε δυό λεφτά, έσπασε όλα τα φανάρια, ακόμα θυμάμαι το όμορφο ξανθό πρόσωπο του νεαρού ταξιτζή) ο Μακουλιός με περίμενε καθισμένος στα σκαλιά με το πρόσωπο χωμένο στις παλάμες, είχε φτάσει πρώτος με τη  μηχανή  του, η πρώτη του κουβέντα: η θειά μου είναι μέσα στην εντατική, δεν φαίνεται να τα καταφέρνει ο θείος, ο Ντίνος κι η  Ζωρζέτα έρχονται...(οι γονείς του) μπήκα σαν σίφουνας στην  εντατική, η μητέρα μου-με πρόσωπο πανιασμένο αλλά με τη γνωστή της  ψυχραιμία- ήταν όντως εκεί, ως γιατρός διάβαζε αναλύσεις και συνομιλούσε με τους συναδέλφους της, τω όντι, αναλύσεις κάθε τρία, αριθμός, 3 λεπτά, όταν μας έφθασε ο λογαριασμός ήσαν παρά κάτι 3 εκατομμύρια δραχμές, σε  λιγώτερο από 7 ημέρες...3 και μισό είχε κοστήσει ένα διαμέρισμά μας, λίγους μήνες πριν... πήγα να τον δω, μισό μόλις λεπτό, με βγάλανε όξω κλωτσηδόν... Περάσαν έτσι 6 μέρες, ήρθαν όλες οι αδερφές του πατέρα μου, ήρθε ο αδερφός μου από την άλλη  άκρη  του κόσμου, άγχος μήπως και δεν το αντέξει ο πατέρας, άντεξε στο σοκ, οι βόλτες στα οικόπεδα γύρω από την κλινική... κατεβαίνοντας τα σκαλιά,η ψύχραιμη κουβέντα της μάνας μου: "τόσο ήταν το καντήλι σου"...

*η μάνα μου, φόρεσε τη ρόμπα της, πολύ όμορφη, με μεγάλα τριαντάφυλλα σε σκοτωμένο ροζ, διεκδίκησα το κρεβάτι του πατέρα, όπως και στο πατρικό από τη μέρα της κηδείας ως να αποχωρήσω αποκειμέσα,  και χτύπησε το κουδούνι, ήταν ο πρωτοξάδερφός του με το ίδιο ονοματεπώνυμο, γιατρός, ερχόταν στην κλινική 4 φορές τη μέρα. Κείνο το βράδυ είχε αργήσει, μπήκε στην εντατική, έμαθε τα μαντάτα και αρριβάρισε τρέχοντας. Κάθισε στη θέση του πατέρα αυθόρμητα και άπλωσε το χέρι, αναλογίσθηκα: "έχει το χέρι του πατέρα μου", το ίδιο που έχω κληρονομήσει. Η γυναίκα του είχε πάθει σοβαρό πονόδοντο. Είναι να θαυμάζεις κάποιους ανθρώπους: μπήκε η μάνα μου στο γιατρείο κι έκανε πολλαπλή εξαγωγή και θεραπεία, χρησίμευσα ως βοηθός να σβύνω αιματώματα με μπαμπάκια, ως τις 4 το πρωί. 'Ηταν η τελευταία οδοντιατρική της πράξη-

*Δεν ξανα-άγγιξε τα εργαλεία της, ζήτημα να μπήκε πάλι μια-δυο φορές στο ιατρείο της, χρόνο μετά, έχοντας στοιχειωδώς συνέλθη από το σοκ των διπλών θανάτων σε λίγους μόνο μήνες και με την μέγιστη βοήθεια της Ζωρζέτας,αν δεν ήταν η Ζωρζέτα, η μικρότερη αδερφή, δεύτερη μάνα, πάντα διακριτική  και  πάντα αρωγός σε όλα μέχρι τον δικό της αδόκητο θάνατο τον Νοέμβρη του 2002,...αλλά και της αγαπημένης της "γυναίκας" της κυρίας Μαρίας, προσπαθώντας να αδειάσω το σπίτι για να το νοικιάσω-μη εις θέσιν ακόμη για κατοικία εκεί, αντιμέτωπη με μία απίστευτη γραφειοκρατία για διάθεση των μηχανημάτων, παρ' όλη την ενεργή συνδρομή της Μελίνας, το όλον πήγε για παλιοσίδερα, ακόμη κατηγορούμαι... φύλαξα κάποια από τα εργαλεία και τα χρωματιστά της μπουκαλάκια...

Την άλλη μέρα στις 7 ήρθε ο της οικογενείας νεκροθάφτης, τα μιλήσαμε, στις 8 έφθασαν πρώτοι-πρώτοι η παιδική φίλη της μάνας μου με τον άντρα της, για τυπικότατη επίσκεψη, στους επόμενους μήνες που η μάνα μου πέθαινε ούτε τους ματαείδαμε ούτε τους ματα-ακούσαμε, παρ' όλες τις επικλήσεις μου, με στείλανε στον φούρνο για παξιμαδάκια, ήτανε Δευτέρα, του Αγίου Πνεύματος, σαν καληώρα. Κάποια στιγμή που δεν αντέχαμε τόσο πένθος και τη μισή Αθήνα μαζεμένη να κλαψουρίζει χαζωπά, βουτήξαμε τις μηχανές μας ο Μάκης  κι εγώ κι αρχίσαμε να τρέχουμε σαν τους παλαβούς ανά τις λεωφόρους ως να ηρεμήσουμε και να γυρίσουμε σπίτι' κατεβήκαμε κάτου την Τρίτη, στον Αι Γιώργη με τον ίδιο καύσωνα κι όλο το χωριό παρόν. Μία μνήμη...του πατέρα μου μνήμη...

 «Δύσκολοι αποχαιρετισμοί, ο μπαμπάς μου»

Πέθανες και μου ’μεινε  μία μόνο φράση
«ειρηνικά που έρχεται το βράδυ». έτσι δεν έλεγες συχνά κοιτώντας το φεγγάρι ν' ανατέλλει κατά το δασάκι σου?

Ιουνιάτικο πρωινό
μ΄έναν ήλιο λαμπερό
να τσουρουφλάει αυτάρεσκα
τη μύτη.

Δεν είχα καν θλίψη.
Μόνο πείνα
για μεταθανάτια παξιμαδάκια.


1984 - 2007
'Επεα πτερόεντα, Λάλον Ύδωρ, Gutenberg, Δεκέμβρης 2009



Αχανώς χαθέντες

Σπασμένα νερά
χαλασμένα φρένα
φρέαρ μνημών
δεν έχει στάση
να κατεβώ,
μοιραία,
φτάνω στο τέρμα
και πάλι
η ίδια διαδρομή
ανάποδη/ σαν διάδρομος
κλειστός, ασφυξία.

Σιωπηλό το πλοίο
μπατάρει
στα θέλω
σε δυο κουταλιές
γλυκού νερού.
Από θέση ισχύος
φταίω.

Ξεχνάω τις στάσεις,
ξεχνάω τις πλατείες,
ξεχνάω τα χέρια,
τα μάτια,
δεν ξέρω.

Οι διαστημόπετρες


δεν  κάνουν  χάρες


Δεν ξημερώνει για όλους,


τι να  τους κάνω, ακριβώς,


τους κοιμισμένους μου


με τα χλωμά μάτια;


Δωσ’ μου έναν λόγο

για αύρα

κι ας είναι

κι αγέρας σφυριχτός

στα μακρυσμένα βουνά


πριν


απολείπειν


ο Θεός


Αντώνιον.


11 Οκτ. 2012