15/5/16

γιατί έτσι...



* ίσως το γράψουν οι συνάδελφοι σε στήλη μιας μικρής εφημερίδας 
«έζησε εκεί, δούλεψε τότε, κι ήταν σαν λύπη όλος»
κάποιοι ανώφελα τους ώμους θα σηκώσουν «μα, πώς συνέβη και γιατί;»
όμως το νέο, βέβαια, θα θαφτεί στα κούφια τα νερά της πλημμυρίδας
οι συγγενείς, οι φίλοι, εχθροί παλιοί και αγαπημένοι 
θα πουν από καιρό είχε χαθεί – στα στέκια πάντα με ζητούσαν
εκείνο το καπέλο που φορούσε και πώς τον έζωνε μια ασθένεια κρυφή
κι άλλοι θα πουν πώς διάβαζα ποιήματα που όλο για αγάπη καρτερούσαν
θα ’ναι σαν όλα να ’μειναν τα ίδια• μέρες βουβές, τσιγάρα άδεια στο τασάκι 
τα δέντρα θα χαλούν τη λησμοσύνη• σαν σπίτι που κανένας δεν το πότισε 
ίσως κι εγώ από ψηλά της μοίρας το φτερούγισμα να βλέπω 
με μιαν αδιαφορία δειλινού – σαν καρτ ποστάλ που λόγω αχρηστίας πάει νότισε
κι αν θα σκεφτώ τις λέξεις που δεν έγραψα κι εκείνες που αδιάβαστες περάσαν 
βιβλία που έλεγα να γράψω, ποτήρια για να πιώ, ανθρώπους να φιλήσω 
ο θάνατος θα έχει πάντα την απάντηση πεσμένος καταγής σαν χώμα ξένο 
τι ήθελες, τι πρόσμενες – παιχνίδι ο άνθρωπος, παιχνίδι είναι και το σπάσαν. *


©  κειμένου: Διονύσης Μαρίνος (για μένα, πάντα ποιητής)
à la manière de...
Κώστας Χατζόπουλος , ομού με τον Κώστα Ουράνη