26/4/16

η πισίνα, ο Επιτάφιος e tutti quanti εμείς...



*Η πισίνα του Αμφιτρύωνα


Γιώργος Ρούβαλης

Λαμπρό στολίδι της πόλης μας τις δεκαετίες 50, 60 και 70. Δεν θυμάμαι ακριβώς πότε τη χτίσανε αλλά υπολογίζω ότι πρέπει να ήταν το 58 η το 59. Στο χώρο εκείνο, πάνω στην παραλία ήταν κάτι χαλάσματα από ένα βενετσιάνικο υδραγωγείο με αψίδες, γεμάτο πικραγγουριές, τσουκνίδες και λουλουδάκια όπου παίζαμε, τα παιδιά της γειτονιάς σαν να ήταν δικό μας οικόπεδο. Θυμάμαι ότι βγάζαμε τον καρπό της πικραγγουριάς μακρόστενο κόλουρο και πιέζαμε το σώμα, να πεταχτεί ένα άσπρο υγρό στα μάτια του αντιπάλου. Σύμφωνα με τους παλιότερους, εκεί υπήρχε και η καλοκαιρινή ταβέρνα του Μπλατσάρα η οποία κάηκε κάποτε από έκρηξη από μπιντόνια βενζίνης που φύλαγαν οι Ιταλοί. Έχουμε ακόμα και φωτογραφίες από ένα υπαίθριο καφενείο ή πάλκο με όργανα κόντρα στο τείχος ακόμα παλιότερα.
Η πισίνα ήρθε να συμπληρώσει το λούσο του ξενοδοχείου, λούσο τελείως χολιγουντιανό για μας. Μέχρι τότε μπάνιο κάναμε μόνο στις Μπανιέρες, λίγο πιο πέρα ή πάλι στην Αρβανιτιά. Η πισίνα όμως άνοιγε μια πρωτόγνωρη διάσταση στη ζωή μας, κυρίως στη δικιά μας γιατί πελάτες του ξενοδοχείου βλέπαμε πολύ λίγους εκεί. Βέβαια, λαμπεροί πελάτες, αστέρες του Χόλυγουντ πέρασαν ένα σωρό από το ξενοδοχείο εκείνο και ο Γιώργος Καραμάνος και ο Κυριάκος Καλκάνης, ως δημοσιογράφοι έχουν δεόντως ντοκουμεντάρει με φωτογραφίες τους. Η Κάθριν Χεπμπόρν, ο Νόελ Κάουαρντ, ο Ντούγκλας Φαίμπανξ, βασιλιάδες όπως ο Ιντρίς της Λιβύης ή ο Ίμπν Σαούντ, πρεσβευτές, επιχειρηματίες, επιφανείς ξένοι. Όμως, παραδόξως η πισίνα δεν συγκέντρωνε πλήθη. Φυσικά εμείς τα ντόπια παιδιά, και ιδίως εγώ και η αδερφή μου που μέναμε απέναντι, κάναμε πειρατικές επιδρομές εκεί για μπάνιο. Πάντα με φόβο γιατί η πισίνα είχε εισιτήριο ένα πράσινο χαρτάκι που κόστιζε πέντε δραχμές, μεγάλο ποσό για μας εκείνη την εποχή αν σκεφτείς ότι μια εφημερίδα έκανε μιάμιση. Μπαίναμε λοιπόν με φόβο μην εμφανιστεί κανένας υπάλληλος του ξενοδοχείου και μας διώξει. Όταν συνέβαινε αυτό προσπαθούσαμε να τον πείσουμε όταν ήμασταν γείτονες και στο κάτω κάτω δεν κάναμε κανένα έγκλημα. Όμως αυτός ο φόβος με οδήγησε μία και μόνο φορά να πάω να βγάλω εισιτήριο σαν κύριος, κύριος δέκα ετών…
Στην πισίνα έρχονταν και κοριτσάκια όπως η ξαδέρφη μου η Μαρία της οποίας το τότε σπίτι βρισκόταν δίπλα, τη δεκαετία του 70, ή οι κόρες του γιατρού Στάικου, η Αρετή και η Άννυ. Και εκεί να δεις παιχνίδια, πατητές, πιτσιλίσματα…
Η πισίνα συμπληρωνόταν από ένα λαμπρό κήπο που συνδεόταν με το ξενοδοχείο με μια πασαρέλα. Ο κήπος είχε πίστα χορού και για ορισμένα χρόνια λειτούργησε και ζαχαροπλαστείο με ορχήστρα ή δίσκους. Αυτά και αν ήταν μεγαλοπρεπή χρόνια, να χορεύεις σ’ εκείνη την πίστα, να κάθεσαι στα τραπεζάκια, τρώγοντας την πάστα σου. Έχω ξαναπεί ότι η καλή κοινωνία του Ναυπλίου είχε οικειοποιηθεί τον Αμφιτρύωνα για τους χορούς και τις διασκεδάσεις της. Ροταριανοί, πρόσκοποι, οδηγοί, εμπορικός σύλλογος κ.λ.π. Μαζί με το χειμωνιάτικο ξενοδοχείο τις Αποκριές και τα Χριστούγεννα, οικειοποιόταν και την πισίνα με τον κήπο της τα καλοκαίρια. Όσο οι μεγάλοι χόρευαν ή κουτσομπόλευαν ξαπλωμένοι στις πολυθρόνες, απ’ έξω, δίπλα στις πικροδάφνες της παραλίας οι μικρότεροι έπαιζαν πετροπόλεμο, τα αγάλματα ή τα μήλα. Εκεί με μια πέτρα μου έσπασε ο ξάδερφός μου ο Φαίδων το κεφάλι, αφού θέλησα να μην καλυφθώ από τις πέτρες που έπεφταν χαλάζι και να σηκωθώ να κάνω τον ήρωα. Με πήραν τα ζουμιά και με πήγαν κουβαλητό σπίτι μου ενώ ο Φαίδων έκλαιγε: “Μαμά, μαμά, σκότωσα τον ξάδερφό μου!...”
Εκείνες όμως οι μάχες δεν διατάρασσαν για πολύ τον ήσυχο περίπατο του κόσμου ούτε τον κυρ Στράτο τον Σώμο που συνέχιζε να πουλάει τα φυστίκια και τον πασατέμπο του. Ακόμα περιμένω φωτογραφία του από το γιο του το Βασίλη.
Στην προηγούμενη αρμονία της ήσυχης θάλασσας, της παραλίας, του κόσμου που βολτάριζε με ηρεμία είχε προστεθεί τώρα το πολυτελές συγκρότημα της πισίνας του Αμφιτρύωνα καλυμμένης με μικρά μπλε πλακάκια. Ήταν ένα απόκτημα για την πόλη και τη γειτονιά μας. Απόκτημα που τώρα που είναι μισοκατεστραμμένη, εγκαταλελειμμένη και σε αθλία κατάσταση μας κάνει πάντα να τη νοσταλγούμε στα μεγαλεία της, τα χρόνια της αθωότητας.*

- η πισίνα στις δόξες της κι ένα αφηγηματάκι του αδερφού για την πισίνα "μας" (εγώ τα πλακάκια τα θυμάμαι πράσινο γλυκό της άνοιξης αλλά ίσως να λαθεύω και να έχει ο Γιώργος δίκιο, ως μεγαλύτερος, πάντα). Όντως, το σπίτι όπου μεγαλώσαμε -του Κυριαζόπουλου- είταν και είναι πάντα- δίπλα στο ξενοδοχείο Αμφιτρύων και πάνω από την Παραλία, όταν φτιάχτηκε η πισίνα, την είχαμε πρώτο τραπέζι πίστα από τα παράθυρά μας, τη βεράντα μας με το γιασεμί και το μπαλκόνι με το ιατρείο της μαμάς.

**Συμπληρώνοντας από τις δικές μου αναμνήσεις: Το ξενοδοχείο Αμφιτρύων πρωτολειτούργησε το 1954 (η μητέρα μου δεν θυμόταν αν λίγο πριν ή λίγο μετά τη γέννησή μου, μιάν άνοιξη εκείνου του χρόνου), σε σχέδια του Άρη Κωνσταντινίδη, κόκκινη πέτρα από την Επίδαυρο και στο πίσω του μέρος με παράθυρα-φινιστρίνια (στο μέρος που εμείς λέγαμε  ο πάνω δρόμος ή ο δρόμος πάνω από την κουζίνα, αφού εκεί έβλεπε η κουζίνα μας, 30ης Νοεμβρίου η επίσημή του ονοματοδοσία).

Έχει δίκιο ο Γιώργος όταν λέει πως η πισίνα άρχισε να κατασκευάζεται το '58 ή '59, κάτω ακριβώς από το σπίτι μας, εκεί όπου στη δεκαετία του '80 "έστησε¨το μπαρ του ο πάντα φίλος Τάσος με εναλλακτικές μουσικές και μπόλικη τζαζ, συνήθως acid με Coltrane, αλλά και Benny Goodmann, κάνοντάς μας μόνιμους θαμώνες, είμασταν μια μεγαλη παρέα, κάθε βράδυ εκεί. Κάτω λοιπόν από το σπίτι μας υπήρχε ένα μαγαζί, το είχε τότε ο κ. Νεουδάκης, μισό ουζερί, μισό γκρηκαρτσάδικο (από τα λίγα ως τότε στην πόλη, με κάτι απαίσιες κελεμπίες με χρυσωπούς μαιάνδρους και λοιπές κιτσάτες φορεσιές, μαζί με απαίσια αγαλματίδια Ερμών, Απολλώνων και λοιπές φρίκες, θυμάμαι ως σήμερα με πανικό ένα πελώριο άγαλμα-απομίμηση της Αθηνάς στο βάθος του σκοτεινού μαγαζιού...). Εκεί θαμώνες ήσαν δύο ηλικιωμένες κυρίες από την Αθήνα κι είχαν εγγονό ένα παιδάκι της ηλικίας μου, τον Πέτρο. Το πρόπλασμα της πισίνας ήταν στρωμένο με πίσσα Μία ωραία μεσημβρία, αποφασίσαμε ο Πετράκης και η αφεντιά μου, ετών ως 4 και τα δύο, να φτιάξουμε τη δική μας πισίνα από πίσσα. Άρχισαν τα πήγαιν-έλα στον  δρομο, πολυσύχναστο από Πούλμαν διότι έφερναν τουρίστες στο ξενοδοχείο, κάποια στιγμή, με τα ανέμελα παιδικά πηγαιν'έλα με τα φτυαράκια μας για τη δική μας πισίνα, η γράφουσα βρέθηκε κάτω από ένα πούλμαν Chat' κορναρίσματα, φρεναρίσματα, κλπ, το παιδί σώθηκε με κάτι γρατζουνιές κλπ αμυχές, ο Πετράκης έφαγε μία περιποιημένη κατσάδα από τη γιαγιά του και τον κ. Νεουδάκη, του λόγου μου καμία, μάλλον ένα επίπλέον περιποιημένο "κανάκεμα" από τη μάνα μου και την κοπέλλα μας τη Σοφία, με σπέσιαλ φέτα ψωμί με βούτυρο και μέλι, μέλι, μπλιαχ!!! (ένεκα η φιλελεύθερη διαπαιδαγώγησή μας, ως σημείου ελευθεριότητας από δύο γονείς που είχαν υποστεί την μέγιστη καταπίεση στις εκατέρωθεν οικογένειές τους). Με τις μέρες, ο Πετράκης κι η αφεντιά μου φτιάξαμε τη δική μας ¨πισινούλα" από πίσσα, την ντύσαμε με πολύχρωμο πισόχαρτο (έβαλε, φυσικά, το μαγικό της χεράκι η πολυπράγμων μητέρα μου) και είμασταν πολύ περήφανα πιτσιρικάκια, επιδεικνύοντάς την σε όλη την Ψαρομαχαλιώτικη μαρίδα που ροβόλαγε τη δρομόσκαλα της Βύρωνος για να την θαυμάξει και να παίξουμε μαζί.

Ο Γιώργος έχει ομοίως δίκιο για τον Επιτάφιο (τον καλλίτερο του κόσμου μας), στην βεράντα μας, η μάνα μας άναβε πολλά φαναράκια πολύχρωμα, αφού ο Επιτάφιος περνούσε μπρος από το σπίτι μας στην περιφορά του προς τον Ψαρομαχαλά. Θυμάμαι πώς τα ανάβαμε κατά τις 9 το βράδυ περιμένοντας και την Ανάσταση (μία ισχυρή εικόνα, ο πατέρας μου με κοστουμιά και γραβατοφορεμένος, ως συνήθως υπερ-κομψός,χρώμα κοστουμιου λαδί και γραβάτα ριγωτή πρασινο-καφέ σκούρο- το τραπέζι στην τραπεζαρία στρωμένο πασχαλινό υπό την άμεση επίβλεψη της μητέρας, να τον έχει πάρει ο ύπνος, το ξανθό του κεφάλι γερμένο στο χέρι, περιμένοντας να χτυπήσει η καμπάνα της Παναγίας στις 11 για να πηγαίνουμε σιγά-σιγά, 100 μέτρα απόσταση, όλα κι όλα), τα αφήναμε στην τύχη τους και επιστρέφοντας έλαμπαν σε μύριες όσες αποχρώσεις, στα κολωνάκια της βεράντας, εκεί ψηλά. Κάθε, μα κάθε φορά, ισχυρή ανάμνηση, ομοίως, να λέει η μαμά: "δεν ειναι όμορφα;, ε, πείτε κι εσείς πια..."". Χρειάζεται να αναφερθεί πως τα κατασκεύαζε μόνη της;Ήθελε απλώς ένα έστω σιωπηλό ευχαριστω... Μία χρονιά, πρέπει να ήταν πριν να πάω σχολείο, όταν είμουν στο νηπιαγωγείο, είχε φτιάξει ένα για μέναν, μία πεταλούδα με χαρτί χρυσό με μαύρα στίγματα, κι έναν δράκο για τον Γεωργάκη, κόκκινο σκούρο με χρυσά και μαύρα στίγματα, τα καμάρωνε σαν να ήσαν καινούργια δόντια, ολόλευκα.(οδοντίατρος ήταν το επάγγελμά της). Έπιαναν τα χέρια της, ό,τι κι αν πει κανείς...

Δεν ξέρω τι απέγινε ο Πετράκης, αν ζει, θα είναι κάποιος μεσήλιξ, οι γιαγιάδες σίγουρα δεν ζουν, ούτε ο κ. Νεουδάκης με το φαλακρό του κεφάλι, τα μεγάλα γαλάζια μάτια και το θηλυκό του κανελί σκυλί τη Λάικα που με  είχε δαγκώσει βάναυσα όταν ήμουν δυό χρονώ κι από τότε ως σήμερα έχω ένα "κράτημα" με τα σκυλιά, ο Τάσος ζει και στήνει μαγαζιά στ' Ανάπλι, πάμε συχνά. Ο Επιτάφιος περνάει πάντα μπρος από το παλιό μας σπίτι, φαναράκια δεν ανάβουν πια, οι νερατζιές της Σπηλιάδου ευωδιάζουν σταθερά κι εμείς τραγουδάμε μέσα ή δίπλα στη χορωδία μας αυτή την "πειραγμένη" και δυτικότροπη marche funebre, που συνέθεσε ο τω πάλαι μαέστρος μας Βασίλης Χαραμής, πέθανε το 2011 πάνω από 100 χρονών.Είναι, όμως, ο μόνος και "δικός μας" Επιτάφιος.
Τα βίντεος εκτός από ερασιτεχνικά έχουν την δικαιολογία μιας ολοκαίνουργιας τότε κάμερας, δανεικής, και χρήση πρίμα βίστα.Επιείκεια!!!
Αυτός ο Επιτάφιος, όσο ζουν οι δικές μας γενιές, θα σταματάει για δέηση στα μισά του δρόμου μου, την Σπηλιάδου, μπρος από τον Αμφιτρύωνα, στο πλάτωμα, στα Πέντ' Αδέρφια, και θα παίρνει την ανηφόρα για τα στενοσόκακα του Ψαραμαχαλά, που θαρρείς είναι νησί μέσα σε πόλη στεριανή. Όποτε το θελήσετε, να ερθείτε, εκεί θα μας βρείτε,
Καλό Πάσχα.-**


Το μόνο μας σπίτι τελικά, τα δύο παράθυρα αριστερά, 1 ντουλάπα, 2 γραφείο: κι ας ήταν του Κυριαζόπουλου, μόνο μας σπίτι, τελικά, τώρα, καταρρέει, τι κρίμα!!! Δίπλα, ο τοίχος από κόκκινη πέτρα του Αμφιτρύωνα-