30/1/16

λόγω τιμής...

ποιός έρχεται; ποιός φεύγει; σε ποιανού προσώπου αχλύ, ποιός;  ποιός υπαναχωρεί; ποιός προχωρεί οπισθοχωρώντας στην ψίχα του μυαλού; ποιός σκαρφαλώνει στην κατακύρωση του νου; ποιός δεν; ποιός ναι; ποιός όλα; ποιός κανένα; ποιός τίποτα; ποιός εδώ; ποιός παραπέρα;
Όλα: ποιός κανένα, ποιός, μένει το πιοτό, amaro e dolce
τα ποιός, κρεμασμένα σ' ένα δέντρο φουντωτό,
αν τύχει και ξαναπεράσω, μπορεί να τα δω,
μάλλον δεν, χρόνος μηδέν-









διότι τα πουλιά πετάνε, τους ανθρώπους άλλοι τους γειώνουν, άλλοι τους απογειώνουν, διαλέγουμε και παίρνουμε...



στην καλλίτερη απόδοση ever: 

L'Albatros
Souvent, pour s'amuser, les hommes d'équipage
Prennent des albatros, vastes oiseaux des mers,
Qui suivent, indolents compagnons de voyage,
Le navire glissant sur les gouffres amers.

À peine les ont-ils déposés sur les planches,
Que ces rois de l'azur, maladroits et honteux,
Laissent piteusement leurs grandes ailes blanches
Comme des avirons traîner à côté d'eux.

Ce voyageur ailé, comme il est gauche et veule!
Lui, naguère si beau, qu'il est comique et laid!
L'un agace son bec avec un brûle-gueule,
L'autre mime, en boitant, l'infirme qui volait!

Le Poète est semblable au prince des nuées
Qui hante la tempête et se rit de l'archer;
Exilé sur le sol au milieu des huées,
Ses ailes de géant l'empêchent de marcher.

 Charles Baudelaire : Les fleurs du mal...

Σαρλ Μπωντλαίρ
ΑΛΜΠΑΤΡΟΣ

Συχνά για να περάσουνε την ώρα οι ναυτικοί
άλμπατρος πιάνουνε, πουλιά μεγάλα της θαλάσσης,
 που ακολουθούνε σύντροφοι, το πλοίο, νωχελικοί
καθώς γλιστράει στου ωκεανού τις αχανείς εκτάσεις.

 Και μόλις στο κατάστρωμα του καραβιού βρεθούν
αυτοί οι ρηγάδες τ' ουρανού, αδέξιοι, ντροπιασμένοι,
τ' αποσταμένα τους φτερά στα πλάγια παρατούν
 να σέρνονται σαν τα κουπιά που η βάρκα τα πηγαίνει.
 Πώς κείτεται έτσι ο φτερωτός ταξιδευτής δειλός!
Τ' ωραίο πουλί τι κωμικό κι αδέξιο που απομένει!
Ένας τους με την πίπα του το ράμφος του χτυπά
κι άλλος, χωλαίνοντας, το πώς πετούσε παρασταίνει.

 Ίδιος με τούτο ο Ποιητής τ' αγέρωχο πουλί
που ζει στη μπόρα κι αψηφά το βέλος του θανάτου,
σαν έρθει εξόριστος στη γη και στην οχλοβοή
μέσ' στα γιγάντια του φτερά χάνει τα βήματά του.


μτφρ. Αλέξανδρος Μπάρας 
(1906-1990)