27/9/14


Διαδικτυακό περιοδικό Ποιείν, 2 Νοεμβρίου 2010


Γιώργος Κεντρωτής, ο Μεταφραστής της Ποίησης

ΝΟΕ 02

Κατηγορία: Μεταφραστικό Εργαστήρι, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας


   Κανονικά ήδη ο τίτλος του κειμένου απαντά στο μέγα και αγωνιωδώς τιθέμενο ερώτημα που έχει ταλανίσει γενιές και γενιές μεταφραστών και ασχολουμένων με τη μετάφραση και που δεν είναι άλλο από τούτο: μ ε τ α φ ρ ά ζ ε τ α ι η π ο ί η σ η; Συνήθως, μάλιστα, συνοδεύεται από το δυσπιστίας σημαντικό μόριο «μα»: μ α μ ε τ α φ ρ ά ζ ε τ α ι η π ο ί η σ η; Αν είναι, ωστόσο, να μιλήσεις για τον μεταφραστή της ποίησης, όπως σήμερα καληώρα, σημαίνει ότι έχεις απαντήσει και εξακολουθείς να απαντάς θετικά στο αν μεταφράζεται η ποίηση. Κι όμως είναι παράξενο. Ενώ όντως η ποίηση μεταφράζεται στην πράξη επί αιώνες και ενώ τούτο ούτε ιστορικώς ερίζεται ούτε φιλολογικώς στασιάζεται, το θεωρητικό ερώτημα παραμένει ή, μάλλον, επιμένει να τίθεται σχεδόν από του αυτομάτου, ωσάν να χρειάζεται η –δίκην αναμνηστικού εμβολίου– επανάρθρωση της θετικής απάντησης. Αλλά κι έτσι ακόμα, παρά την πολλαπλή επαναληπτικότητα του φαινομένου, έρχεται ένα είδος υφέρποντος σκεπτικισμού ανάμεικτου με αόριστη δυσπιστία και δεν αφήνει τα πράγματα να καταλαγιάσουν, να κατακάτσουν και να στρώσουν το αναγκαίο παχύ ίζημα ιστορικής πείρας και φιλολογικής τεκμηρίωσης, που εγγυάται την ασφάλεια και τη βεβαιότητα του «ναι, η ποίηση μεταφράζεται». Γιατί όμως γίνεται αυτό; Καθολικής ισχύος απάντηση στο ερώτημα δεν είμαι σε θέση να δώσω, αλλά έχω την εντύπωση ότι πρόκειται για παιχνίδι προσυμφωνημένο, όπου όσοι συμμετέχουν γνωρίζουν μεν ότι το αποτέλεσμά του δεν θα συνιστά έκπληξη για κανέναν, πλην όμως το παρακολουθούν με αγωνία.
   Ίσως όλα ξεκινούν από τον ακόλουθο ορισμό της μετάφρασης, που, αν δεν είναι χαζός, είναι τουλάχιστον κοινότοπος: Μετάφραση είναι η επανέκφραση σε άλλη γλώσσα μιάς ύλης που είναι ήδη ατρέπτως δεδομένη σε μία φυσική γλώσσα. Και εδώ, όταν λέμε «επανέκφραση», εννοούμε και τη διαδικασία και το επιτέλεσμά της, δηλαδή και το μεταφράζειν και το μετάφρασμα, παναπεί και την ιδέα και το υλικό αποτύπωμά της. Ομολογουμένως ξινά πράγματα, μα την αλήθεια! Ίσως πάλι –και όταν λέω «ίσως», εννοώ ενδομύχως ότι είμαι ακραδάντως βέβαιος– λυσιτελέστερος του ορισμού είναι ένας αφορισμός της μετάφρασης. Και είναι λυσιτελέστερος ακριβώς, επειδή, ενώ τον δοθέντα ορισμό (εκτός από ξινό και κοινότοπο) μπορεί κανείς να τον χαρακτηρίσει υπερβολικά στενό ή υπερβολικά ευρύ, εξαντλητικά περιγραφικό, εξόχως αμήχανο μέσα στην τεχνητότητά του και στην πραγματικότητα ανούσιο, τον αφορισμό, που θα δοθεί ευθύς αμέσως, όχι σκιά αμφισβητήσεως δεν τον συνοδεύει, μα ούτε καν αντιλογίας. Αφήνω δε που η πυκνότητά του είναι στο σημείο nec plus ultra. Μ ε τ ά φ ρ α σ η ε ί ν α ι έ ρ γ ο ν μ ε τ α φ ρ α σ τ ο ύ. Στον αφορισμό τούτον περιλαμβάνεται και η διάσταση της διαδικασίας και η διάσταση του αποτελέσματος, και μάλιστα περιλαμβάνονται εν ενί, και δη συναρτώμενες αμφότερες μέσα από την ενότητά τους με τον μεταφραστή: με τον παράγοντα τη μετάφραση… με αυτόν που εξ ήδη όντων ναι μεν δημιουργεί νέα όντα, αλλά τα δημιουργεί αλλού, άλλοτε και αλλιώς.

   Χωρίς τον παραγωγό της μετάφραση δεν υπάρχει. Αυτός φράζει, δηλαδή αυτός παίρνει τα σε έναν γλωσσικό κώδικα ήδη υπαρκτά και γνωστά πράγματα και τα λέγει, και μάλιστα τα λέγει μετά, που σημαίνει: χρονικώς ύστερα και ως προς τον τρόπο αλλιώς, το δε όλον συντελείται στην επικράτεια άλλης γλώσσας από αυτήν του πρωτοτύπου. Το πράγμα όμως δεν λήγει εδώ. Αν είταν μόνο έτσι, τότε η μετάφραση θα αποτελούσε μόριο της μαθηματικής επιστήμης· για κάθε πρωτότυπο έργο θα υπήρχε ένα και μόνο ένα αληθές μετάφρασμα, υποκείμενο σε καθολικώς ισχύοντες κανόνες επαληθευσιμότητας. Όπως στο δεκαδικό σύστημα ο πολλαπλασιασμός 8 επί 7 δίνει γινόμενο πάντοτε 56, ανεξαρτήτως του ποιός τον επιτελεί, έτσι θα γινόταν και στη μετάφραση· θα είχαμε στα ελληνικά τόσες πανομοιότυπες μεταφράσεις –αίφνης– του σαιξπηρικού Άμλετ ή του θερβάντειου Δον Κιχώτη όσοι θα είσαν και οι μεταφραστές τους! Αν, μάλιστα, είχαν έτσι τα πράγματα, η μετάφραση θα είταν φαύλη τέχνη, όχι μόνο με την κατηγορικώς καλή έννοια που δίνει στον όρο ο Πλάτων στην Πολιτεία του , αλλά και με την τρέχουσα νεοελληνική, όπως διαμορφώθηκε έως και τις παραμονές της εισβολής του Δουνουτουδισμού στην πανταχόθεν ανοχύρωτη και αφύλαχτη πατρίδα μας. Όμως, ευτυχώς τα πράγματα έχουν αλλιώς για τη μετάφραση, ακριβώς διότι στο κέντρο του μεταφραστικού γίγνεσθαι τοποθετείται ο μεταφραστής… ο κάθε μεταφραστής χωριστά και όχι γενικώς και απροσώπως το συλλογικό υποκείμενο «μεταφραστής», που ούτως ή άλλως δεν υπάρχει!… Εννοώ ότι τη μετάφραση την ορίζει ο πάντα συγκεκριμένος ένας μεταφραστής που μετέρχεται τέχνη και επιστήμη σε διαλεκτική ενότητα.
   Άλλο μεγάλο αγκάθι, διάβαζε ψευδοδίλημμα!: Η μετάφραση τί είναι – επιστήμη ή τέχνη; Επειδή σε μια ενδεχόμενη δοκιμή απαντήσεως το «ούτε-ούτε» είναι ολωσδιόλου αναληθές και το «και-και» παντελώς ισοπεδωτικό, η ιδέα ότι στο πρόσωπο του μεταφραστή, που είναι και τεχνίτης και επιστήμονας, ενώνονται με μιά εγελιανής κοπής διαλεκτική σύνθεση στοιχεία και των δύο μερών του ερωτήματος, τότε μπορούμε να πούμε ότι η μετάφραση είναι είδος αυτού που οι αρχαίοι πρόγονοί μας αποκαλούσαν μήτις. Είναι, δηλαδή, πολύτροπος νόησις. Ο μητιόεις μεταφραστής είναι ο πολυτρόπως νοών… ένας Οδυσσέας που μοχθεί στους ωκεανούς των λόγων. Όσο και αν ακούγονται τα λόγια τούτα αφελή, υπερβολικά και –το ακόμα χειρότερο– ψευδοποιητικά, κρίνω ότι δεν αφίστανται καθόλου της αληθείας. Έτσι είναι: με πανουργία πρέπει να νοήσει ο μεταφραστής τον λόγο του πρωτοτύπου και με πανουργία πρέπει να τον αρθρώσει στο μετάφρασμά του. Και χάριν της ακριβείας και της ορθότητας, όπου γράφω «με πανουργία» σπεύδω να συμπληρώσω «με την πανουργία του», δηλαδή με ό,τι τον συγκροτεί ως προσωπικότητα στην κοινωνία των ανθρώπων και του λόγου τους.
   Συνηθίζουμε να αναφερόμαστε συχνά στο εισαγωγικό χωρίο από το Κατά Ιωάννην –: εν αρχή ην ο λόγος–, και θεωρώ ότι στις πλείστες των περιπτώσεων το κάνουμε αστόχαστα, διότι κατά κανόνα θέλουμε να στηρίζουμε με την ευαγγελική και θεόπνευστη αυθεντία πράγματα κατά το μάλλον ή ήττον χθαμαλά και επουσιώδη. Επειδή όμως η ρήση με την τριττή αναφορά στον λόγο –εν αρχή ην ο λόγος, και ο λόγος ην προς τον Θεόν, και Θεός ήν ο λόγος–, ακόμα και μέσα στο στενό θεολογικό του πλαίσιο δεν επιδέχεται μονοσήμαντες ερμηνείες, αν χρειαστεί να κατεβεί σε εκκοσμικευμένες επικράτειες και φέρει μαζί του τον δύο φορές κατονομαζόμενο ποιητή του κόσμου, που είναι και η άπαξ αναφερόμενη αρχή των πάντων, τότε αυτός ο ίδιος ο λόγος, που είναι ένας και ενιαίος, πρέπει να αναλυθεί στις μερικές δυνάμεις που τον συνιστούν. Θα τον απαντήσουμε τότε ως λογική, ως ομιλία και ως αιτία, αλλά και ως κλάσμα της μονάδας. Έτσι μας βοηθά από τον ύψιστο δημιουργό και τα δημιουργήματά του να δούμε και να κατανοήσουμε τον κοσμικό ποιητή και τα ποιήματά του.
   Ο ποιητής είναι λόγος, ήτοι λογική, ομιλία και αιτία, αλλά και –γιʼ αυτό ακριβώς– κλάσμα της μονάδας. Το αυτό και τα ποιήματά του. Μία γρήγορη περιδιάβαση στην –όσο και αυθαίρετη (και παρακαλώ να συγκρατήσουμε τη λέξη αυτή στον νου μας)– ετυμολογική ιστορία κάποιων λέξεων της γλώσσας μας μάς μαθαίνει ότι οι λέξεις έπος και μύθος είναι λόγος και περιέχουν μόρια λόγου – όχι τον ένα ενιαίο λόγο, μα δύο κλάσματά του· η κλασματική λέξη μύθος ενώνεται, μάλιστα, με τον περί μύθου λόγο, και έτσι γεννιέται η μυθολογία, που είναι λόγος για όσα μυθεύονται. Από την άλλη μεριά ό,τι κυοφορείται στη διάνοια ως λογική δύναται να γεννηθεί ως ομιλία: ό,τι γεννηθεί ομιλείται και είναι λόγος εκφερόμενος· ό,τι δεν γεννηθεί παραμένει στις έλικες του νου ως λόγος ενδιάθετος. Ο ενδιάθετος λόγος είναι σηνήθως το αίτιο το κινούν τον λόγο τον εκφερόμενο· κυρίως, όμως, είναι η άρρητη αρχή όλων όσα συνέχουν την προσωπικότητα του ομιλούντος υποκειμένου. Ο εκφερόμενος λόγος προφέρεται ή / και γράφεται· αλλά και στις δύο περιπτώσεις ομιλείται, καθώς προσφέρεται στην ακοή ή / και στην όραση αυτών, προς τους οποίους απευθύνεται. Η ομιλία είναι έτσι η υλική αποτύπωση του «ομού», είναι η κοινωνία του μοναδιαίου «εγώ» και του πολυωνυμικού «εσύ», είναι το κοινωνικό αίτιο του λόγου, που καταρτίζει αυτό που αφαιρετικώς ονομάζουμε γλώσσα και που εκπονεί και στηρίζει ό,τι ονομάζεται διάλογος. Από τον διάλογο, που επιτελεί αποκλειστικώς κλασματική λειτουργία, καθώς αφενός ανάγεται στο διαλέγω και στο επιλέγω από ευρύτερο σύνολο και αφετέρου με τη συνδρομή του «εγώ» και του «εσύ» γίνεται διαλέγομαι και επιλέγομαι, γεννιέται η διαλεκτική, που μέσω λογικών επιλογών κατατείνει στην αλήθεια: στην αρετή του ενός. Θα μπορούσα να συνεχίσω πάνω στο ίδιο μοτίβο επί πολύ, αλλά επιλέγω να σταματήσω εδώ και να πω τούτο: το σύνολο όλων αυτών των γλωσσομορίων αενάως προστιθέμενο ή πολλαπλασιαζόμενο με άλλα σύνολα γλωσσομορίων είναι ένα κλάσμα που τείνει μεν προς τη μονάδα, αλλά δεν ισούται ποτέ με τη μονάδα, δηλαδή με τον ενιαίο λόγο και με τη μία αλήθεια, επειδή ο αριθμητής του παραμένει πάντα το 1 και ο παρονομαστής του διαφέρει και του 0 και του 1, καθώς πάντα υπάρχει κάτι (άρα όχι μηδέν) και πάντα λείπει κάτι (άρα όχι ένα). Αυτός ο πάντοτε ρητός αριθμός, που παραμένει αενάως ratio, ήτοι λόγος, είναι λόγος μη ακεραιούμενος, και συνιστά την αιτία και όλης της ανθρώπινης δυστυχίας και όλου του ανθρώπινου μόχθου, είναι δε ο γεννήτορας των έργων.
Κάνοντας ένα τεράστιο άλμα και αφήνοντας πίσω μιαν αλυσίδα αλληλεναλλασσομένων αιτίων και αποτελεσμάτων θα πω τώρα ότι από την εποχή των θεολογούντων ποιητών ίσαμε τις ημέρες μας τα ποιήματα των ποιητών είναι τα έργα που επιβεβαιώνουν τη δυστυχία τους και συνάμα επικυρώνουν τους μόχθους τους. Η τυραννική και απελευθερωτική λέξη, που εξηγεί αυτό το continuum, είναι η μίμηση. Στα έργα του ο κοσμικός ποιητής μιμείται… ο κοσμικός ποιητής αποκλειστικώς και μόνον μιμείται. Και είτε μιμείται υποκείμενο δημιουργού είτε μιμείται αντικείμενα δημιουργίας, το αρχιπρότυπο της μίμησής του είναι πάντα αφανές. Γιʼ αυτό και αν του δίνει αυθαιρέτως –είπαμε ότι θα μιλήσουμε σε οικεία θέση για την αυθαιρεσία– ονόματα, δεν κάνει τίποτε άλλο παρά να χάνεται και να κομματιάζεται εν τοις μορίοις, παναπεί στα μερικά γκρεμνά των τεμαχίων, και ας εργάζεται, και ας μοχθεί επιζητώντας εναγωνίως τον γενικό παράδεισο του ενός.
Ένα από τα κυρίαρχα δόγματα στη φιλοσοφική θεώρηση της λογοτεχνίας είναι ότι η ποίηση είναι μεν γλώσσα που μετέχει της ήδη υπάρχουσας, αλλά και που τόσο μέσω του πολλαπλού και περίπλοκου συνδυασμού των σχημάτων λόγου και διανοίας όσο και μέσω της επινόησης νέων λέξεων ακόμη και τα κοινολεκτούμενα κείνται εν τέλει πέραν της συνήθους γλώσσας και, άρα, επέκεινα του ορίζοντα προσδοκίας ενός κανονικού καθημερινού ομιλητή. Η ποίηση, με άλλα λόγια, είναι άλλη γλώσσα, που βρίσκεται και μορφώνεται έξω από τη βουλγάτα που μιλάμε όλοι μας, και δη συμβατικώς, προκειμένου να συνεννοηθούμε μεταξύ μας. Στον τόπο αυτόν ανιχνεύεται η δεύτερη αιτία, που μας κάνει να αναρωτιόμαστε κάθε φορά αν η ποίηση είναι γλωσσική ύλη μεταφραστή. Το γεγονός ότι διαθέτουμε πλείστες όσες υλικές αποδείξεις της μεταφραστότητάς της δεν αρκεί για να μας πείσει, ακριβώς γιατί αδυνατούμε, μα και γιατί κατά βάθος δεν θέλουμε να παραδεχθούμε λογικώς τη μετατόπιση του επέκεινα στο ενθάδε. Το πρωτότυπο ποιητικό κείμενο του Γκαίτε, αίφνης, ή του Μπωντλαίρ μάς φαίνεται ότι, αν –αντίθετα από ό,τι μας διδάσκει η αιώνια ανθρώπινη βιοτική πείρα– τυχόν μεταβεί από το επέκεινα του λόγου, όπου βρίσκεται, στο ενθάδε ενός λόγου μεταγενέστερου και εκφρασθέντος κατά μίμηση, στο τέλος θα συναντήσει την ανθρώπινη μοίρα στην πιο σκληρή εκδοχή της: εννοώ, βεβαίως, τον θάνατο. Άλλωστε η υπέροχη αγγλική έκφραση Lost in translation, που (και λόγω της ομότιτλης κινηματογραφικής ταινίας) είναι διεθνώς πασίγνωστη και που συνηθίσαμε να τη μεταφράζουμε και να τη λέμε στα ελληνικά Χαμένοι στη μετάφραση, δεν στοιχειώνει απλή πλάνη ή χασούρα, αλλά, έχοντας ως ενδιάθετο λόγο της την αγγλική στερεότυπη έκφραση Lost in war, που αναγράφεται σε όλα τα ηρώα των αγγλόφωνων κρατών και που σημαίνει Πεσόντες εν πολέμω, έρχεται να μας καταδείξει τί ακριβώς συμβαίνει στην ουσία και με τη μετάφραση: τα ποιητικά πρωτότυπα είναι πεσόντες στον πόλεμο των μεταφράσεων. Αλλά –για να το πούμε ακόμα πιο φρικιαστικά– αν αναρωτιόμαστε συνέχεια και συνέχεια για το μεταφράσιμο της ποίησης, συμβαίνει, επειδή κατά βάθος είμαστε εκ των προτέρων πεπεισμένοι ότι το μετάφρασμα είναι το ψοφίμι του πρωτοτύπου, ένας σκέλεθρας ξαπλωμένος στο πολεμικό μέτωπο του λόγου, εκεί που (ακόμα και στο επέκεινα) το ενιαίο του λόγου κατακερματίζεται και ό,τι τελικώς λέμε και όπως τελικώς το λέμε είναι ένα τραγικό κλάσμα του λόγου, μία ρακένδυτη ratio του ενός, που η ευνοϊκότερη για τον ομιλούντα άνθρωπο εκδοχή της είναι να φορέσει κάποια στιγμή το ρητορικό ένδυμα της oratio και να ομιλήσει το κλασματικό πεπρωμένο της στον από δώθε κόσμο.
   Ο ποιητής δημιουργεί κόσμο: ως ομιλούν υποκείμενο μιμείται τον βιβλικό δημιουργό και με τα ποιήματά του μιμείται τη βιβλική δημιουργία. Αν, όμως, το ποίημα είναι μίμηση δημιουργήματος, το μετάφρασμά του είναι μίμηση της μίμησης του δημιουργήματος: είναι, με άλλα λόγια, μίμηση μιμήματος και, άρα, κλάσμα κλάσματος… που μπορεί να καταλήξει να γίνει κατά τα ανωτέρω έως και σκελετός σώματος. Ο μεταφραστής είναι και αυτός δημιουργός που μετέχει της κλασματικής μοίρας του λόγου: μαθηματικώς εκπεφρασμένος είναι μία δύναμη υψωμένη σε αρνητικό εκθέτη, όπου και η βάση και ο ίδιος ο εκθέτης διαφέρουν του ενός. Έτσι η μονάδα του αριθμητή είναι πάντα σταθερή και αμετακίνητη, ενώ ο παρονομαστής –αυτός, δηλαδή, που ονομάζει μιμούμενος τα πράγματα– ποικίλλει. Η μιμητική κλασματική ιδιοσυγκρασία της μετάφρασης αναλογεί σε αυτήν της ποίησης. Και ο ποιητής και ο μεταφραστής της ποίησης, όντας δημιουργοί και πλάστες, ξεκινούν από το παρμενίδειο Το έν και το όν πολλαχώς λέγεται. Μπορεί να ακούγεται παράδοξο το ρήμα τούτο, αλλά είναι πέρα ώς πέρα λογικό. Όντως! Και ό,τι είναι ένα και ό,τι υπάρχει λέγονται με τρόπους πολλούς. Το μεν έν, επειδή κερματίζεται σε μόρια· το δε όν, επειδή συνίσταται εκ μορίων. Ο μοριακός κερματισμός του ενός και η μοριακή σύσταση του όντος επιβεβαιώνονται δια του ότι λέγονται… δια του ότι τα πραγματεύεται λόγος. Στην ποίηση και στη μετάφρασή της, όσο και αν φανεί παράδοξο, το ουσιώδες και βαρύνον στοιχείο, αλλά συνάμα και η αιτία της ύπαρξής τους δεν είναι απλώς ο λόγος, αλλά η πολλαπλή δυνατότητα εκφράσεώς του: εκείνο το σημαδιακό και πολύσημο πολλαχώς του Παρμενίδη. Ο μεν ποιητής λέγει πολλαχώς το έν και το όν, εδραιώνοντας εν τοις πράγμασι την κλασματικότητα του λόγου, ο δε μεταφραστής εργαζόμενος το ποιητικό έργο σε άλλο γλωσσικό κώδικα, διαφορετικόν του πρωτοτύπου, λέγει ομοίως πολλαχώς, αλλά και κατά κανόνα –αν μου επιτρέπεται ο συγκριτικός βαθμός του επιρρήματος– πολλαχότερον το έν και το όν. Και είναι έτσι, ακριβώς επειδή ο κόσμος του ποιητή ως δημιουργού, που έχει κατασταλάξει στο ποίημά του ως κλάσμα του λόγου, πολλαπλασιάζεται περαιτέρω επί τον κόσμο του μεταφραστή ως μητιόεντος δημιουργού, με μαθηματικό γινόμενο την αύξηση του παρονομαστή και, ως εκ τούτου, τον περαιτέρω κερματισμό του ενιαίου λόγου. Αν, μάλιστα, πάνω στο μοναδικό πρωτότυπο του ποιήματος εργασθούν πλείονες του ενός μεταφραστές, τότε το πολλαχότερον –για λόγους ευνόητους και γιʼ αυτό δικαίως αθετούμενους εδώ– τείνει προς το πολλαχότατον. Και όλα τούτα χωρίς να συνυπολογίζουμε τον ανθρώπινο, και δη τον ατομικό ιστορικό παράγοντα, ωσάν όλα τα περιγραφόμενα εδώ να συνέβαιναν εν στάσει, εν απουσία χρόνου και ελλείψει ιστορικής πείρας του καθενός μεταφράζοντος υποκειμένου.
   Το πολλαχώς του λόγου της ποίησης και το πολλαχότερον του λόγου της μετάφρασης είναι προϊόντα αυθαιρεσίας: της απλής αυθαιρεσίας του ποιητή και της διπλής αυθαιρεσίας του μεταφραστή. Η λέξη «αυθαιρεσία» έχει πάρει πλέον στα ελληνικά αποκλειστικώς αρνητική σημασία. Στη γλωσσολογία και στις όποιες σχετικές με τη γλώσσα και τα γράμματα επιστήμες καταργείται, ωστόσο, η επίκτητη αποθετικότητά της, καθώς η λέξη προβάλλει εκεί ό,τι ορίζει το έτυμό της, που παραπέμπει στην οριστική αντωνυμία αυτός και στο ρήμα της μέσης φωνής αιρούμαι, που σημαίνει εκλέγω, προτιμώ. Επομένως αυθαιρεσία είναι η έκφραση της ιδίας μου εκλογής, είναι το αποτέλεσμα της δικής μου προτίμησης. Όπως δε τα γλωσσικά σημεία είναι εγγενώς αυθαίρετα, έτσι και η χρήση τους στην ποίηση! Στο γλωσσικώς αυθαίρετο θεμελιώνεται πρωτίστως το ποιητικώς αυθαίρετο και εδράζεται περαιτέρω το μεταφραστικώς αυθαίρετο. Κι αν η γλώσσα της ποίησης καθορίζεται –καταπώς από αιώνων ήδη διδάσκουν οι γραμματολόγοι– από εκείνο το δαιδαλώδες σχήμα λόγου και διανοίας που λέγεται μεταφορά, τότε η γλώσσα της μετάφρασης, ως όντας μίμηση μιμήσεως, είναι και μεταφορά μεταφοράς. Όντας δε translation είναι και για άλλον έναν λόγο μεταφορά – τουλάχιστον στον αγγλόφωνο κόσμο, μιας και η λέξη αυτή που αυθαιρέτως και συμβατικώς τη μεταφράζουμε στα ελληνικά ως μετάφραση, στην πρωτοτυπία της σημαίνει μεταφορά, μιας και παράγεται από το translatum, από το σουπίνο δηλαδή του λατινελληνικής καταγωγής ρήματος transfero, που σημαίνει μεταφέρω.
   Η ιταλική πρόταση il cielo sʼimbruna όχι μόνο είναι κατανοητή, αλλά και εύκολα χρησιμοποιήσιμη στην καθημερινή ομιλία από κάθε Ιταλό. Στα ελληνικά σημαίνει ο ουρανός μαυρίζει. Ακόμα δε και αν απαντάται ως στίχος του Μεταστάσιου, η σημασία της δεν ξεφεύγει από το πλαίσιο του συνήθους λαϊκού λόγου· απλώς δένει ποιητικά με τους υπόλοιπους στίχους της σχετικής άριας από το λιμπρέττο Αρταξέρξης, που έγραψε ο Μεταστάσιος για την ομώνυμη όπερα του ναπολιτάνου συνθέτη Λεονάρντο Βίντσι. Ο Διονύσιος Σολωμός μετέφρασε τον στίχο αυτό, που υπενθυμίζω ότι σημαίνει ο ουρανός μαυρίζει, ως η γλαυκότη του αιθέρος μαυρίζει. Μόνο κοινό στοιχείο μεταξύ του συνήθους λόγου και του λόγου τού σολωμικού μεταφράσματος είναι το ρήμα μαυρίζει, ενώ ο ιταλικός ουρανός –το il cielo– γίνεται στα ελληνικά η γλαυκότη του αιθέρος. Ηλίου φαεινότερον ότι ο Σολωμός εδώ αυθαιρετεί, και δή πολλαχώς! Πιάνει τον ιταλικό ουρανό και τον κόβει στα δύο: μόριο πρώτο η γλαυκότη, και μόριο δεύτερο του αιθέρος. Και αφού γράφει του αιθέρος, γιατί προτιμάει να γράψει η γλαυκότη και όχι η γλαυκότης, αφού (ούτως ή άλλως) η προσθήκη του τελικού -ς δεν θα πείραζε καθόλου το μέτρο; – ακούγεται να ρωτάει και μάλλον ευλόγως ένας κανονικός ακροατής. Υπάρχουν απαντήσεις, και μάλιστα πολλές. Θα πούμε δύο: την πιό πρόχειρη και την κατά τη γνώμη μας ορθή. Η πιό πρόχειρη, αλλά καθόλου ανακριβής, και παραταύτα όχι κρίσιμη, είναι αυτή που εστιάζει στην ευφωνία… στην ευστομία, όπως θα έλεγε ο Πλάτων: Η γλαυκότης του αιθέρος, θα είταν στίχος μετρικώς άμεμπτος μεν, αλλά δυσπρόφερτος· διαβάζεται μεν, αλλά δεν απαγγέλλεται! Κολλάει η γλώσσα και αναγκάζεται να προβεί σε τομή στοιχείων που κανονικά όχι μόνο δεν τέμνονται, αλλά και απαγορεύεται να τέμνονται. Δεν είναι άλλο το η γλαυκότης και άλλο το του αιθέρος. Είναι όλον: η γλαυκότης του αιθέρος, και είναι δυσπρόφερτο. Και είναι δυσπρόφερτο και, άρα μη ποιητικό, επειδή λογιωτατίζει.
   Ουαί, όμως, και αλίμονο, αν ο γίγας Σολωμός έμενε σε τέτοια. Δεν θα είταν ο Σολωμός! Όταν συνδυάζει το αυθαιρέτως δημοτικίζον η γλαυκότη με το αρχαιοπρεπές του αιθέρος, δεν κάνει τίποτε άλλο από αυτό που από τη στιγμή της λυρικής ωριμότητάς του και εντεύθεν έθεσε ως ποιητικό σκοπό του: να παγιώσει τον λυρικό λόγο του in modo misto genuino, δηλαδή να πραγματώσει την εγελιανής κοπής σύνθεση μεταξύ κλασικού και ρομαντικού σε είδος μιχτό αλλά νόμιμο. Και εδώ –αλλλά και αλλού– το επιτυγχάνει πολλαχώς. Εδώ με αυθαίρετη μείξη δημοτικών και λόγιων στοιχείων, αλλά και με τη διαίρεση του πράγματος ουρανός σε ιδιότητα χρώματος (: η γλαυκότη) και σε ποιότητα ύλης (: του αιθέρος). Έτσι ο ιταλικός cielo είναι στα ελληνικά η ιδιότητα του σιέλ χρώματος που έχει ο αιθέρας και που σιγά-σιγά sʼimbruna, δηλαδή μαυρίζει. Στο σολωμικό μετάφρασμα δεν μαυρίζει γενικώς ο ουρανός, αλλά ειδικώς και κατʼ ακρίβειαν η γλαυκότητα του αιθέρος. Κι εκεί που τα ιταλικά ξανάλεγαν έστω και ποιητικώς μιά γνωστότατη παγιωμένη μεταφορά, ο Σολωμός φέρνει στο ποιητικό προσκήνιο μιά πρωτότυπη και νεότευκτη μεταφορά, και δη μέσω μετωνυμίας: η γλαυκότη του αιθέρος μαυρίζει.
Και γιατί, αλήθεια, ωραΐζει ο Κόντες στα ελληνικά κάτι που είναι σύνηθες στην ιταλική κοιτίδα του; 
 Αφʼ ενός διότι ορέγεται να λέγει πολλαχώς το έν και το όν, και αφʼ ετέρου –και συγχωρήστε μου, παρακαλώ, το ημιαγοραίον της έκφρασης– διότι έτσι γουστάρει. Κερματίζει τον υπάρχοντα κόσμο ποιητικώς, μιμούμενος με τον τρόπο του (: παναπεί αυθαιρέτως) το μεταστασιανό πρωτότυπο, και το μεταφράζει για να δημιουργήσει τον δικό του.
   Όποιος γνωρίζει τον στίχο του Απολλιναίρ Oh! lʼautomne lʼautomne a fait mourir lʼété και τον στίχο του Ελυάρ Ce jardin donnait sur la mer / Gorge dʼœillet, και διαβάσει τους ακόλουθους δύο στίχους του Οδυσσέα Ελύτη “Με την πρώτη σταγόνα της βροχής σκοτώθηκε το καλοκαίρι' και “Ο κήπος έμπαινε στη θάλασσα / βαθύ γαρούφαλλο ακρωτήρι', το πιθανότερο είναι να αναφωνήσει: “Α, τον κλέφταρο!' Τους μετέφρασε και τους οικειοποιήθηκε! Προσωπικώς δεν με ενοχλεί – ίσα-ίσα με γοητεύει η εν λόγω ποιητική αυθαιρεσία του Ελύτη. Διότι εδώ, στην κάθε περίπτωση από αυτές τις δύο που αναφέραμε, δεν πρόκειται πλέον για μετάφραση, που είναι ποίημα ποιήματος, μίμηση μιμήσεως και εν τέλει κλάσμα κλάσματος· εδώ έχουμε μπροστά μας ένα νέο πρωτότυπο που προήλθε από μετάφραση γαλλικών στίχων στα ελληνικά, η οποία μετάφραση μεταφράστηκε περαιτέρω στο ειρημένο πρωτότυπο ως μεταφορά λόγου. Το παρμενίδειο «πολλαχώς» εορτάζει και αγάλλεται και πανηγυρίζει, ακριβώς επειδή η μήτις του μεταφραστή τού εγγυάται την πανουργία και την πραγμάτωση της πολύτροπης νόησης που δημιουργικώς το συνέχει. Και ναι, μέσω του μεταφραστή της ποίησης, το μετάφρασμα γίνεται πρωτότυπο ή, αν –χάριν της πολλαχότητος– το πούμε αλλιώς: το πρωτότυπο βρίσκει νέα γλωσσική (διάβαζε: λογική) πατρίδα.
   Η αποφθεγματική διαπίστωση του Ζεράρ Ζενέτ ότι “ο μεταφραστής, που ως μιμητής μόνο άσχημα πράγματα μπορεί να φτιάξει, πολεμάει συνέχεια να ομορφαίνει τα δημιουργήματά του, γιʼ αυτό και πάντα στο τέλος φτιάχνει κάτι άλλο', είναι και αληθινή παραμυθία, αλλά και άλλοθι της αυθαιρεσίας του μεταφραστή. Αφού δεν μπορεί να γίνει αληθινός –ας πούμε– Γκαίτε ή Νερούδα, όταν μεταφέροντας τον λόγο τους τον κερματίζει άσχημα, ας φτιάχνει, τέλος πάντων, κάτι που να καλλύνει το εξ ορισμού άσχημο, κι ας είναι εν τέλει άλλο. Αυτό το aliud ας είναι ο εαυτός του… ο κατά το δυνατόν καλύτερος εαυτός του, και το μίμημά του ας είναι το καλλίστευμά του στην επικράτεια του κερματισμένου λόγου. Η μετάφραση ως κλασματική μήτις επιτρέπει πολλαχώς την φαντασιακή αναφορά του μεταφραστή στον ενιαίο λόγο και στη μία αλήθεια, κατά μίμηση της οποίας γεννήθηκε η ίδια η ποίηση. Κατά τούτο είναι ποίηση και αυτή, ο δε μεταφραστής της ποίησης είναι ποιητής και ο ίδιος.
ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Πλάτων, «Πολιτεία», 603b, 4: Φαύλη άρα φαύλω συγγιγνομένη φαύλα γεννά η μιμητική.




* Μία έξοχη αναφορά του φίλου μου του Γιώργη για την μετάφραση της ποίησης και τη μετάφραση γενικώς, στα ωραιότατα Ελληνικά του, με θαυμάσια εμπεριστατωμένα παραδείγματα, σε μιάν εποχή που ακόμη κάτι ετερώνυμα δεν ασχολούνταν με αμανέδες κι είχαν το βλέμμα χαμηλά ακόμη και στα σχόλιά τους. Τέτοια κείμενα είναι βάλσαμο στις μέρες της υπεροψίας *