23/7/14

ΕΝΔΙΑΦΕΡΟΥΣΑ ΠΟΙΗΤΙΚΗ

Επιστρέφουμε πάντα στον επόμενο έρωτα. Κάθε εποχή θυμάται την επόμενη και επιστρέφει σε αυτήν. Δεν σε εχω δεί καθόλου, μονάχα σε φαντάζομαι και εκεί σταματώ. Ενεστώτας. Χρόνος γιορτινός.μοιραία επαναληπτικός Βασανιστικός Εγωιστικά ιστορικός Διεκδικητικός Σταθερά βουλητικός………………. Ο έρωτας Αρχίζει από έψιλον Τελειώνει με ένα «μη» Ενδοιαστικό, Υποθετικό Και τελείως μάταιο
Ο έρωτας Αρχίζει με κάτι Και τελειώνει με μια Αορίστως επαναλαμβανόμενη αρνηση..
…………………. αν δεν γυρίσεις Η ανάμνησή σου είναι Το μόνο μου σίγουρο μέλλον.
Μετά ήρθε η θάλασσα ανάμεσά μας
Και περπατήσαμε προς οριστικά αντίθετες Κατευθύνσεις και οι δυό συνοδευμένοι Από την εξαίσια αλλά Θλιβερή Αμφίβια μουσικά
Προς την μοναδική επανάληψη της μικρής ζωής μας Μεστής από εύπλαστα φύκια Και λαμπερά μαργαριτάρια
Ποτέ η θάλασσα δεν έφυγε από αναμεσά μας
Όμως η ελπίδα Οφείλει να είναι πολυσύλλαβη Με την ελπίδα Η γλώσσα παράγει Ενεργητικές συντάξεις
Όπως αυτήν: Θα σβήσω τη θάλασσα αναμεσά μας.
  • Η επιθυμία ποτέ δεν περιορίζεται
    στην αυστηρότητα
    μιας μονόπτωτης σύνταξης
    Mas nâo ė aqui
    e até este longe
    αν δεν γυρίσεις,
    η ανάμνησή σου είναι
    το μόνο μου σίγουρο μέλλον.
    -Η μνήμη είναι η ερωμένη των καιρών-
    Ξημέρωσε φθινόπωρο κι η μέρα δεν θ΄αντέξει.
    (…)
    Τίποτα. ούτ’ εσύ, για μένα θα περισσέψεις
    Meaning travels as far as you are
    Η επιθυμία έχει πρόσημο αρνητικό
    Μαρία Δαλαμήτρου Προτελευταία εποχή Εκδ.ΑΩ 2010
    (αποσπάσματα με αιτία).
    http://www.biblionet.gr/author/74903/%CE%9C%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B1_%CE%94%CE%B1%CE%BB%CE%B1%CE%BC%CE%AE%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%85
                                                          ---------

    Βγήκα δήθεν για τσιγάρα. Στην πραγματικότητα ήθελα να σου πω μια καλημέρα.
Αν δεν τo 'χεις μάθει ο λάκκος είναι ακόμα άδειος. Για να αισιοδοξήσει, σκέφτεται το μέλλον του ρόδινο: το πολύ να καταντήσει κενοτάφιο.


Είναι το ακούραστο αίμα που ανακατεύει τη ζέση του νου, πάλι και πάλι για το επόμενο ταξίδι – κι όμως, τα γκρίζα κτίρια με στοιχειωμένα παράθυρα ούτε καν μουρμουρίζουν τις αγωνίες των ανθρώπων. (...)



οδέχονται αδιάφορα το γέλιο και το δάκρυ, όπως τη μόλυνση της ατμόσφαιρας ή την πρώτη λυτρωτική βροχή· τόση ευγένεια από συνήθεια, που καταντάει φονική. Ξυπνούν συνέχεια ντροπές, χαμένες πάνε οι γευστικές μας λέξεις – εις μάτην και οι ψίθυροι από τις τρομερές υπoχθόνιες χειρονομίες – και χωριστά απ’ τον χλωμό ουρανό οι ανυπόμονοι εραστές, σαν όνειρο παλιού θεού που ξεχάστηκε στον ύπνο.
Ούτ’ ένα φύλλο δεν κουνήθηκε στο πέρασμά τους
και πάνε για την αμίλητη αιωνιότητα.
Νανά Τσόγκα