7/2/13

ΝΙΚΗ ΜΑΡΑΓΚΟΥ 1948-7/02/2013 ΚΑΙ ΤΟΣΟ ΑΔΙΚΑ




Περίπου έτσι την γνώρισα και γελούσαμε, γελούσαμε, γελούσαμε.
Στο καλό, καλό μου.



M' αυτή την χαρακτηριστική της φωνή:



LIFO 2012


Το πέρασμα στην Ινδία
Το σπίτι του Νταλρίμπλ ήταν στο τέλος ενός αγροτικού δρόμου, όπου τρεις γυναίκες τοποθετούσαν τούβλα. Τα στοίβαζαν πέντε πέντε πάνω στην κεφαλή τους και τα μετέφεραν. Με τα μακριά τους σάρι, δεν ξέρω πώς δεν σκοντάφτουν πατώντας τα.
Στο αεροδρόμιο του Ντουμπάι έβλεπα πια γύρω μου Ασιάτες. Ινδές κυρίες με κομψά σάρι, Φιλιππινέζες οικιακές βοηθούς, άνδρες με πολύχρωμα σαρίκια, νέγρους με χρωματιστά ρούχα. Στον ιμάντα που περίμενα τη βαλίτσα μου έφταναν, μαζί με τις βαλίτσες, μπόγοι ραμμένοι και δεμένοι με σπάγκους. Έφτασα πρωί στο Δελχί με μια κούραση από το ολονύχτιο ταξίδι. Στο αεροδρόμιο με περίμενε η αδελφή μου, η Μαρίνα. Οι δρόμοι με μια αίσθηση σκόνης, χάος η κυκλοφορία, πηγαίναμε προς το Νότιο Δελχί, στο σπίτι της. Δεξιά και αριστερά στον δρόμο, παράγκες, ανοιχτοί οχετοί, φτάσαμε σε μια περιοχή με πράσινο και πινακίδες που έγραφαν «φάρμα». Ένα σπίτι της αποικιοκρατίας. Προγευματίσαμε, μου έδειξε το σπίτι, ήταν περίεργο αίσθημα να δω κάποια έπιπλα της μαμάς σ' αυτό το μακρινό σπίτι. Το πορτρέτο που ήταν πάνω στο τζάκι, την τραπεζαρία, τον μπουφέ. Όλα ωραία τακτοποιημένα με το ταλέντο που έχει η Μαρίνα να φτιάχνει σπίτια σε διάφορα μέρη του κόσμου. Ξαναμπήκαμε στο αυτοκίνητο. Ήθελε να μου δείξει μια περιοχή κοντά στο σπίτι της, κτισμένη από τον Feroz Shah τον 14ο αιώνα. Τεμένη και μεντρεσέδες μέσα σε ένα πάρκο με σκίουρους, μια λίμνη και στο βάθος η σιλουέτα της πόλης. Ένα μέρος του κτιρίου επισκευαζόταν. Οι εργάτες έκαναν διάλειμμα, παίζοντας χαρτιά. Πιο κάτω, ένας εργάτης έκανε το μπάνιο του. Παρόλο το κρύο -εμείς φορούσαμε μπουφάν-, είχε γδυθεί. Λιγνό, μελαμψό κορμί, με ένα μαύρο εσώρουχο, σαπουνίστηκε, και με μια κούπα έριχνε απάνω του κρύο νερό από ένα βαρέλι για να ξεπλυθεί. Κοιμηθήκαμε νωρίς το βράδυ γιατί θα φεύγαμε την επομένη για την Τζαϊπούρ, όπου θα παρακολουθούσαμε το Φεστιβάλ Λογοτεχνίας που οργανώνεται εκεί κάθε Ιανουάριο.

Δεν είχε ακόμα ξημερώσει όταν φτάσαμε στον σταθμό του τρένου, όχι του κεντρικού αλλά ενός μικρού στο Νότιο Δελχί. Μέσα στο ημίφως του σταθμού μπόγοι και άνθρωποι περίμεναν το τρένο. Το τρένο γεμάτο, έτσι που είχαμε δυσκολία να βρούμε χώρο για τις αποσκευές. Μόλις τακτοποιηθήκαμε ήρθε ένα θερμός με ζεστό νερό και τσάι, μπισκότα και καραμέλες. Ακολούθησαν εφημερίδες και φαγητό ζεστό. Κατάλοιπα της αποικιοκρατίας, κέτσαπ στον δίσκο και το μενού γραμμένο σε παλιομοδίτικα αγγλικά, στο τέλος του βαγονιού έγραφε «Pantry», δηλαδή κελάρι, μια λέξη που σπάνια πια θα ακούσει κανείς στην Αγγλία. Καθώς ξημέρωνε, προσπαθούσα να δω το τοπίο από τα βρόμικα τζάμια του τρένου. Διάβασα στην «Times of India» έξυπνα και καλο- γραμμένα άρθρα, αλλά μια είδηση μου έκοψε την ανάσα. Νεαροί που πήγαιναν να δώσουν εξετάσεις δεν βρήκαν θέση στο τρένο, ταξίδευαν στην οροφή και, καθώς περνούσαν από μια χαμηλή γέφυρα, σκοτώθηκαν. Και πιο κάτω στην εφημερίδα, ένας παππούς, πιστεύοντας πως το σπίτι του είναι δαιμονισμένο, έβαλε τα δυο εγγόνια του στη φωτιά, μετά από υπόδειξη του σχετικού γκουρού, και τα δυο παιδάκια κάηκαν. Μια στήλη στην εφημερίδα είναι πάντα αφιερωμένη στη φιλοσοφία με αποσπάσματα από τον Πλάτωνα και τον Σαίξπηρ μέχρι τον Γούντι Άλεν. Δίπλα μου μια νεαρή Ινδή σχεδίαζε μια ιστοσελίδα στον υπολογιστή της. Τι χώρα! Φτάσαμε στην Τζαϊπούρ - το ξενοδοχείο συμπαθητικό, κοντά σε έναν χαοτικό δρόμο. Αφήσαμε τα πράγματά μας και φύγαμε για το φεστιβάλ, για να προλάβουμε την ομιλία της Githa Hariharan που είχα γνωρίσει πριν χρόνια στην Κύπρο και είχα αγαπήσει τα βιβλία της. Ο χώρος του φεστιβάλ το παλάτι Ντίγκι, με τεράστιες τέντες σε όλα τα χρώματα. Η Githa μιλούσε σε μια τέντα με ντιβάνια και μαξιλάρια, σε χρώματα ροζ, πορτοκαλιά, κόκκινα. Ακολούθησε μια μέρα με ομιλίες. Δεν προλάβαμε τον Ορχάν Παμούκ, αλλά άκουσα με μεγάλο ενδιαφέρον την Γιουνγκ Τσανγκ (Αγριόκυκνοι) να μιλά για την Κίνα και τις εμπειρίες της και για το νέο βιβλίο της για τον Μάο. Ο άντρας της, ο Τζον Χαλιντέι, συμπλήρωνε με τις δικές του ιστορίες για τον Μάο.
Η Γιουνγκ Τσανγκ περιέγραψε με πολύ μελανά χρώματα τον άνθρωπο που ήταν υπεύθυνος για τον θάνατο εκατομμυρίων Κινέζων. « Ήμουν τότε ηλεκτρολόγος, είπε, δεν είχαμε όμως σωστή εκπαίδευση κι έτσι έπαθα πέντε ηλεκτροσόκ σε έναν μήνα». Έκλεισε, όμως, την ομιλία της λέγοντας ότι ο Μάο αγαπούσε τα βιβλία και το κρεβάτι του ήταν με τέτοιο τρόπο κατασκευασμένο, που το μισό ήταν γεμάτο βιβλία. Ο Τζο Άντερσον μίλησε για το βιβλίο του για τον Τσε. Πώς ξεκίνησε, δουλεύοντας για τους λεπρούς στον Αμαζόνιο. Ο Liaquat Ahamed για το βιβλίο του για την οικονομική κρίση του 1929 που κέρδισε το Βραβείο Πούλιτζερ. Χωρίς να έχω κανένα ενδιαφέρον για οικονομικά θέματα, τυχαία παρακολούθησα γοητευμένη τον έξοχο ομιλητή. Πολλές παρουσιάσεις είχαν σχέση με την ιστορία και τον πολιτισμό των Ινδών. Ο Πάτρικ Φρεντς μίλησε για το βιβλίο του India, Α portrait, μια οικεία βιογραφία 1,2 δισεκατομμυρίων ανθρώπων. Με εντυπωσίασε η παρουσίαση της νεαρότα- της Αγγλίδας Alex von Tunzelmann. Το βιβλίο της Indian Summer αφηγείται τη σχέση της Eντουίνα Μαουντμπάτεν, συζύγου του Άγγλου αντιβασιλέα, με τον Nεχρού στα δύσκολα εκείνα χρόνια που οδήγησαν στον διαχωρισμό της Ινδίας με το Πακιστάν και στη μετακίνηση 12 εκατομμυρίων ανθρώπων. «Τελικά, ήταν ερωτευμένοι;», ρώτησε ο παρουσιαστής. «Χωρίς αμφιβολία», απάντησε η συγγραφέας, που είχε μελετήσει την αλληλογραφία τους. «Υπήρξαν εραστές;», συνέχισε. « Έχει σημασία;», απάντησε η Alex von Tunzelmann. «Όχι, αλλά είναι τόσο ενδιαφέρον», είπε ο παρουσιαστής. Ο νομπελίστας Κoυτσί διάβασε μια ιστορία για κάποιον που επισκέπτεται τη μάνα του που έχει πολλές γάτες: το μήνυμα ήταν ότι κάθε ζωντανό έχει δικαίωμα να ζήσει. Δεν εντυπωσίασε ιδιαίτερα σε μια χώρα όπου ο έλεγχος των γεννήσεων είναι αναγκαίος. Αυτό που ήταν εκπληκτικό ήταν να βλέπεις νεαρά παιδιά, μαθητές, φοιτητές, να κάνουν ουρές για να τους υπογράψει ένας συγγραφέας το βιβλίο του, να παρακολουθούν τις συζητήσεις, να κάνουν έξυπνες ερωτήσεις. Οι εφημερίδες είχαν μεγάλη κάλυψη του φεστιβάλ με πρωτοσέλιδα, αναφορές στις διάφορες εκδηλώσεις και ακόμα κουίζ του τύπου «Ποιος συγγραφέας του φεστιβάλ έχει στο βιβλίο του τον χαρακτήρα τάδε;». Τα βραβεία για τις σωστές απαντήσεις ήταν υπογεγραμμένα από τους συγγραφείς βιβλία. Το φεστιβάλ ήταν ανοικτό για όλους χωρίς είσοδο__ και χωρίς κανένα πρωτόκολλο. Δεν υπήρχαν κρατημένες θέσεις και πολλοί παρακολουθούσαν τις ομιλίες όρθιοι. Τα μεσημέρια, στα μπουφέ, όποιος δεν έβρισκε θέση έτρωγε όρθιος. Οι διοργανωτές που ξεκίνησαν το φεστιβάλ αυτό το 2004 με 40 ακροατές δεν υπολόγιζαν την επιτυχία που θα είχε, φτάνοντας σήμερα τους 50.000 επισκέπτες. Στο Ντίγκι Πάλας, ένα παλάτι 280 χρόνων, είχαν στηθεί τέσσερις μεγάλες τέντες, μέσα στις οποίες γίνονταν οι ομιλίες. Γίνονταν συγχρόνως τέσσερις παρουσιάσεις. Εκατόν δεκατρείς συνολικά από τις 21 έως τις 25 Ιανουαρίου. Επιπλέον, είχαν καλέσει διάφορες οργανώσεις και καταστήματα να στήσουν περίπτερα με είδη χειροτεχνίας, ρούχα, φαγώσιμα, έτσι που το όλο πράγμα θύμιζε μια μεγάλη γιορτή. Ένας άντρας με λευκό τουρμπάνι σέρβιρε από ένα τεράστιο καζάνι τσάι μασάλα σε μικρά πήλινα δοχεία. Στην ταράτσα του διπλανού σπιτιού τέσσερις πάσσαλοι και μια τέντα γίνονταν κατάστημα με ρούχα.
Πηγαίναμε από το ξενοδοχείο στο Ντίγκι Πάλας με ρίκσο, μοτοσικλέτα με κάθισμα για δυο άτομα. «Κοπιάστε στο ελικόπτερό μου», φώναζε ο νεαρός του ρίκσο, «σήμερα δεν θα πετάξουμε, θα σας πάρω από τον δρόμο». Δεξιά και αριστερά στα πεζοδρόμια έβλεπα κάπου κάπου άστεγους να κοιμούνται, γυναίκες να μαγειρεύουν, ανάβοντας φωτιά ανάμεσα σε δυο τούβλα. Μικρά παιδιά κυκλοφορούσαν γυμνά από τη μέση και κάτω, παρόλο το κρύο. Στη μέση του χαοτικού δρόμου, όπου 3-4 σειρές από αυτοκίνητα και ρίκσο, κορνάροντας συνεχώς, τρύπωναν δεξιά και αριστερά, έβλεπα κάποτε κάποιον να κοιμάται στην κεντρική νησίδα του δρόμου. Τυλιγμένοι σε κουβέρτες σαν σε σάβανο οι άστεγοι και γύρω τους ζώα, σκυλιά, σκουπίδια.
Ψυχή και επίκεντρο του φεστιβάλ ήταν ο εμπνευστής και διοργανωτής του Ουίλιαμ Νταλρίμπλ. Ένας άνθρωπος με εκπληκτική ζωντάνια, από τους καλύτερους συγγραφείς ταξιδιωτικής λογοτεχνίας, έδωσε τον τόνο στο φεστιβάλ με τις επιλογές που έκανε. Σε πολλές περιπτώσεις λάμβανε μέρος στο πάνελ, δίνοντας μια ανάλαφρη νότα, με έξυπνες παρεμβάσεις και χωρίς την παραμικρή σοβαροφάνεια. Το βιβλίο του City of Djinns, μια εκπληκτική περιγραφή για το Δελχί, ήταν για μένα το κλειδί για την Ινδία. Έβλεπα παντού κόσμο να το διαβάζει. Το τελευταίο του βιβλίο, που έχει τον τίτλο Nine lives, In search of the sacred in modern India, μιλά για εννιά περιπτώσεις Ινδών αφιερωμένων στη θρησκεία κι είναι μια περιήγηση στη βαθιά πνευματικότητα αυτής της χώρας. Το διάβασα στην πτήση της επιστροφής και ούτε κατάλαβα πώς πέρασε η ώρα. Είναι ένα βιβλίο που με συγκλόνισε. Έγραψε σε ηλικία 22 ετών το πρώτο του βιβλίο, In Xanadu, Α Quest. Βιβλία του έχουν μεταφραστεί στα ελληνικά από τις εκδόσεις Ωκεανίδα. Στο Ταξίδι στη σκιά του Βυζαντίου ξεκίνησε από το Άγιον Όρος, ακολουθώντας την πορεία ενός μοναχού όπως περιγράφεται στο Λειμωνάριο του Μόσχου. Αυτό που έκανε το φεστιβάλ τόσο ζωντανό ήταν η επιλογή των θεμάτων. Δημοσιογράφοι, ιστορικοί, έδιναν έναν ξεχωριστό τόνο, χωρίς βέβαια να παύει η λογοτεχνία να είναι στο επίκεντρο όλων αυτών. Οι παρουσιαστές, που ήταν κυρίως Ινδοί και συχνά γυναίκες, με εντυπωσίαζαν με τις γνώσεις τους, την τέλεια χρήση της αγγλικής γλώσσας, το χιούμορ και την ευφράδειά τους. Οι ερωτήσεις ήταν συχνά προκλητικές και ήθελαν σκέψη για να απαντηθούν. Γενικά, ήταν για μένα, που έχω πλήξει αφόρητα σε φεστιβάλ και σκέφτηκα σοβαρά να τα κόψω πια, μια πνοή φρέσκου αέρα αναπάντεχου, που καθόλου δεν το υποψιάστηκα, ούτε το περίμενα. Άκουσα, για παράδειγμα, τη Ρέιτσελ Πολόνσκι να μιλά για το βιβλίο της Molotov's magic lantern, μια περιδιάβαση στη ρωσική ιστορία που την εμπνεύστηκε όταν, ζώντας για δέκα χρόνια στη Μόσχα, ανακάλυψε ότι στο από πάνω της πάτωμα είχε ζήσει ο Μολότοφ και βρίσκονταν ακόμα εκεί τα βιβλία και τα χαρτιά του. Άκουσα τον Anthony Sattin να μιλά για το βιβλίο του A winter on the Nile, που το έγραψε όταν ανακάλυψε ότι η Φλόρενς Νάιτινγκεϊλ και ο Φλωμπέρ είχαν ταξιδέψει ταυτόχρονα με το ίδιο ποταμόπλοιο στον Νείλο. Άκουσα τον Βίκραμ Σεθ να μιλά για το βιβλίο του A suitable boy, με όλη την ευφράδεια και την αυτοπεποίθηση ενός ανθρώπου που γεννήθηκε στο Δελχί, που η μητέρα του ήταν δικαστής και συγγραφέας. Μιλούσε με χιούμορ και ταπεινοφροσύνη και ένιωσα ότι ήταν η ενσάρκωση της παράδοξης αυτής χώρας. Ο Μάρτιν Έιμις είπε, μιλώντας για βιογραφίες, ότι η ζωή είναι το πόδι και η λογοτεχνία το παπούτσι, ο Ντέιβιντ Φίνκελ μίλησε για το πρόσφατο βιβλίο του για τους Αμερικανούς στρατιώτες στο Ιράκ. Έζησε μαζί τους και περιέγραψε πώς αυτά τα νεαρά παιδιά μεταβάλλονταν μέσα σε μερικούς μήνες σε διαλυμένους ανθρώπους. Γυρίζοντας στο Δελχί, άκουγα όλη τη νύχτα τα παγώνια. Το σπίτι ήταν κρύο γιατί τα σπίτια στο Δελχί είναι καμωμένα για το μακρύ ζεστό καλοκαίρι με συστήματα κλιματισμού και γυρισμένα προς τον Βορρά για να μην έχουν ήλιο. Τα δυο-τρία καλοριφέρ αδύνατον να το ζεστάνουν. Έτσι, κυκλοφορούσα τυλιγμένη με τις πασμίνες από το Πάσιουμ, που θα πει χνούδι από το Κασμίρ που αγόρασα. Βροχή δεν πέφτει μετά τους μουσώνες που διαρκούν δυο περίπου μήνες, Ιούλιο-Αύγουστο. Έτσι, τα δέντρα, οι δρόμοι, είναι για έναν χρόνο περίπου γεμάτα σκόνη. Μέχρι να ξαναβρέξει.
Το επόμενο πρωί η Μαρίνα είχε κανονίσει με τον Ράτσα να μας περιμένει στην είσοδο του Κόκκινου Κάστρου για να μας ξεναγήσει στο Παλιό Δελχί. Μας περίμενε με το ρίκσο του. Καθίσαμε στις δύο θέσεις και ο Ράτσα πατούσε τα πετάλια του ποδηλάτου με δύναμη, έτσι που συχνά ήταν όρθιος πάνω στη σέλα. Μπήκαμε στα στενά δρομάκια του παζαριού που ήταν γεμάτα κόσμο, παιδιά, ρίκσο, ποδήλατα, αγελάδες, μοτοσικλέτες. Ο Ράτσα έτρεχε σαν δαιμονισμένος, φωνάζοντας, χειρονομώντας και κορνάροντας, έτσι που μπροστά μας οι περαστικοί άνοιγαν δρόμο για να περάσει. Στα στριψίματα του δρόμου, χωρίς να βλέπει καθόλου τι ερχόταν από απέναντι, δεν έκοβε καθόλου ταχύτητα και με έναν θαυμαστό τρόπο, εκεί που νόμιζα ότι είναι σίγουρη η σύγκρουση, έκοβε ταχύτητα το ρίκσο που ερχόταν από το αντίθε- το ρεύμα, έπεφταν οι περαστικοί πάνω στα μαγαζιά, και περνούσαμε. Ο δρόμος ήταν χώμα ή άσφαλτος, γεμάτος λακκούβες, και κάθε φορά που πέφταμε μέσα σ' αυτές χτυπούσα το κεφάλι μου στο σίδερο του ρίκσο. Περάσαμε την αγορά των μπαχαρικών, την αγορά των μεταξωτών, την αγορά των κοσμημάτων, την αγορά για είδη γάμου. Μικρά μαγαζάκια με φανταχτερά ρούχα με χιλιάδες πέρλες, καθρεφτάκια, στολίδια, κάτω ένα πάπλωμα λευκό και οι πελάτες, αφού έβγαζαν τα παπούτσια τους, κάθονταν σταυροπόδι στο πάτωμα. «Θα σας πάρω να δείτε πώς είναι ένα παλιό σπίτι, ένα "χαβέλι", από μέσα», μας είπε. Πήρα την άδεια από τον ιδιοκτήτη και μας κατέβασε μπροστά σε μια χαμηλή πόρτα. Ένας κύριος με μαλλιά βαμμένα κόκκινα με χένα μας άνοιξε και μας ξενάγησε στο σπίτι του. «Εδώ ζούσε ένας από τους συντρόφους του Γκάντι», μας είπε. Μικρά δωμάτια με ανοίγματα για αερισμό για τους αφόρητους μήνες του καλοκαιριού, που στο Δελχί το θερμόμετρο ανεβαίνει στους 45 βαθμούς με τρομερή υγρασία. Από μια σκάλα ανεβήκαμε στο πάνω δωμάτιο, όπου είχε πασμίνες από το Κασμίρ. Στο διπλανό δωμάτιο είδα έναν άντρα τυλιγμένο με κουβέρτα να καπνίζει ξαπλωμένος στο κρεβάτι. Περάσαμε από το δωμάτιο -στο διπλανό κρεβάτι κοιμόταν μια γυναίκα- χωρίς να μας δώσουν καμιά σημασία. Πάνω στο κομοδίνο ήταν ένα χοντρό λεξικό της Αγγλικής, Cassell's Dictionary. Τα δωμάτια έβγαιναν σε μια αυλή, που ήταν ήσυχη μέσα στο χάος της πόλης. Στο τέμενος των Τζάιν έπρεπε να βγάλουμε τα παπούτσια μας και να μην έχουμε τίποτε απάνω μας που να είναι καμωμένο από δέρμα ζώου για να μπούμε. Το τέμενος είχε μέσα ένα νοσοκομείο για πληγωμένα πουλιά. Για τους Τζάιν και την αυστηρή θρησκεία τους έμαθα πολλά, διαβάζοντας το πρώτο αφήγημα στο Nine Lives.
Το απόγευμα πήγαμε με τα σκυλιά περίπατο στη γειτονιά. Ψηλοί τοίχοι έκρυβαν τις «φάρμες» που δεν ήταν πια φάρμες αλλά σπίτια, όπου κατοικούσαν πλούσιοι Ινδοί ή ξένοι. Από ένα μοναστήρι των Σινγκ ακούγονταν ψαλμωδίες, πιο κάτω ένα κέντρο για θρησκειολογία είχε ένα πάρκο με διάφορους θεούς. Ανάμεσα σ' αυτούς, έναν Χριστό που καθημερινά τού άλλαζαν τα φορέματά του. Το σπίτι του Νταλρίμπλ ήταν στο τέλος ενός αγροτικού δρόμου, όπου τρεις γυναίκες τοποθετούσαν τούβλα. Τα στοίβαζαν πέντε πέντε πάνω στην κεφαλή τους και τα μετέφεραν. Με τα μακριά τους σάρι, δεν ξέρω πώς δεν σκοντάφτουν πατώντας τα. Το σπίτι είχε στα δεξιά έναν περιποιημένο λαχανόκηπο, με το σπιτάκι του φρουρού. Ανυψωμένο γρασίδι οδηγούσε στη βεράντα με ένα στρωμένο τραπέζι. Του άφησα κάποια βιβλία, ευχαριστώντας τον για το ωραίο φεστιβάλ. Την Κυριακή πήγαμε στο Βόρειο Δελχί, να δούμε τις περιοχές όπου κατοικούσαν οι Άγγλοι. Το αγγλικό νεκροταφείο γεμάτο μικρούς παιδικούς τάφους.
Go home my parents, and shed no tears
I must lie here, till Christ appears
short was my time, long be my rest
Christ took me when he thought best.
Ημερομηνία 25.5.1858
Φαίνεται πως δεν επιβίωναν τα μικρά παιδιά από τις αρρώστιες. Πολλοί τάφοι αγνώστων με το «deo notus» - τους γνωρίζει ο Θεός. Το Coronation Μemorial, που στήθηκε για τη στέψη του Γεωργίου 5ου ως «αυτοκράτορα των Ινδιών» το 1911, ασυντήρητο, χορταριασμένα και σπασμένα τα αγάλματα των αντιβασιλέων, νεαροί Ινδοί παίζουν κρίκετ. Στο παλιό ξενοδοχείο Ομπερόι αγγλικά εδέσματα και ασημένια σκεύη στο τραπέζι. Παπαγάλοι πετούν ανάμεσα στα δέντρα.
Την τελευταία μέρα της παραμονής μου η Μαρίνα κανονίζει να πάμε να δούμε το Salaam Baalak. Είναι ένα κέντρο που φροντίζει παιδιά του δρόμου. Μας περιμένει ένα συμπαθητικό παιδί, ο Σατέντερ, που ήταν κι αυτός παιδί του δρόμου, έμεινε στο κέντρο, πήγε σχολείο και τώρα δουλεύει για το κέντρο. Γύρω στα 30 παιδιά φτάνουν καθημερινά στον Κεντρικό Σιδηροδρομικό Σταθμό του Δελχί, που έχουν φύγει από το σπίτι τους, συχνά κακοποιημένα, κοιμούνται στις πλατφόρμες, τρώνε ό,τι βρουν. Ο ίδιος έφυγε από το σπίτι του στα 13 του χρόνια γιατί ο πατέρας του τον έδερνε. Ήρθε στο Δελχί ταξιδεύοντας 8 ώρες όρθιος, κλειδωμένος στην τουαλέτα. Κοιμόταν στους δρόμους και φοβόταν να εμπιστευθεί οποιονδήποτε, γιατί είχε ακούσει ιστορίες για απαγωγές παιδιών που τα σακατεύουν για να ζητιανεύουν. Όταν τον πλησίασαν κάποιοι από το Salaam Baalak δεν ήθελε στην αρχή να τους ακολου- θήσει, φοβόταν, αλλά σιγά σιγά τον έπεισαν. Τον έστειλαν στο σχολείο, έμαθε αγγλικά και τώρα βοηθά στην οργάνωση. Μου έκαναν εντύπωση η αυτοπεποίθηση, το χιούμορ του και η περηφάνια που είχαν οι κινήσεις του. Από κάτι στενοσόκακα ανεβήκαμε στον χώρο που έχουν τα παιδιά. Δυο μεγάλα δωμάτια γυμνά, τα παιδιά καθισμένα κάτω έβλεπαν τηλεόραση. Ένας μικρός μού θύμισε τον εγγονό μου. Τον ρώτησα πώς ήρθε, από πού; Δεν θυμόταν τίποτε, μου μετέφρασε ο Σατέντερ. Μέσα στο αυτοκίνητο όπου μας περίμενε υπομονετικά ο οδηγός είχαμε τα Lego που έστειλαν από την Ελβετία οι φίλες της Μαρίνας για τα παιδιά. Η ιστοσελίδα τους είναι www.salaambaalaktrust.com.
Στην Ινδία έμαθα να πίνω μασάλα τσάι. Βράζεις ένα φλιτζάνι νερό και ένα γάλα μαζί με τρία κομμάτια κάρδαμο και ένα κομμάτι τζίντζερ που τα έχεις κοπανίσει στο γουδί. Όταν πάρουν 2-3 βράσεις, προσθέτεις 1-2 κουταλάκια τσάι και ένα ζάχαρη, βράζεις ακόμα λίγο και το σουρώνεις. Υπέροχο!

Η ΝΙΚΗ από το μπλογκ της:
http://www.marangou.com/

ΤΑ ΛΟΥΤΡΑ ΤΗΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ο Θεόφιλος βρήκε
το λουτρό του Κόκκινου κλειστό
και ερημωμένο
γιατί είχαν αδειάσει τα ταμεία
και ο Ρήγας
έκοψε λεφτά χάλκινα
χαλώντας τα λουτρά της Λευκωσίας
λειώνοντας τα χάλκινα χαρτζιά
όπου έβραζε το νερό
νύχτα και μέρα

 
TO MY FRIENDS IN THE NORTH
for Mehmet Yiasin
Because I talk of roses,
of the diffusion of light,
of the impossibility of love,
of our transitory lives
do not think, friends in the north
that what happened in 1974
does not spread like a stain on my life
every day.
The moon rising like a water melon slice from the sea
and my dead mother on our veranda on Famagusta beach
calling us to get out of the water
I saw a painting she had done, the other day,
on a wall in a taverna in the Karpass
a taverna consisting of stolen chairs, stolen tablecloths, stolen doors,
stolen doorhandles.
-It’s my mother’s, I said to the man, here is her name.
-But it’s mine now said the man, who came from where the sun rises.
(this is how his wife described him).
-It’s mine now he said, ganimet,
This is how they call it in Turkish.
Istanbul bookfare, Oct. 2005