10/9/12

ΠΟΙΕΙΝ

Νίκος Βουτυρόπουλος, «Σχετικά με το Χιόνι»


ΣΕΠ 10

Κατηγορία: Ακαδημία Ποιείν, καταχώρηση από: Σωτήρης Παστάκας



Είναι φορές που δεν τολμώ να σηκώσω

ένα

δάκ

ρ

υ

Έλεγα κάποτε θα βρω τα διαστήματα των πράξεων

τις κρυφές αντιστοιχίες των λέξεων

το χώμα θα σκάψω ως το πρώτο απολίθωμα του ήλιου

θα οργώσω το χιόνι μέχρι νʼ ανθίσει

η τελευταία βουνοπλαγιά

και τυφλός απʼ τον χρόνο παρέα θα ζήσω

με πρόσωπα αγαπημένα.

Σχεδόν τα κατάφερνα

αν δεν ήταν πάντα αυτή η μικρή ανησυχία

κάτω απʼ τον έλατο-

πιο σοφός κι απʼ τους ποιητές των αιώνων

νʼ αφουγκράζεται τις εποχές.

Τότε κινούσα πάλι για τον σκοπό

που με κρατά ζωντανό

σʼ ένα καταμεσήμερο άγγιγμα της φτέρης

μακριά απʼ τις φλύαρες πόλεις

και τη μικροπρέπεια των ανθρώπων

περπατούσα μέρες και νύχτες

μέσα σε σύννεφα

πάνω σε βράχια και πάγους

πότε στα τέσσερα πότε γλιστρούσα

και σχεδόν τα κατάφερνα

αν δεν ήταν πάντα αυτή η επιστροφή

στο ασφαλές αδιέξοδο της πόλης

να με κάνει πάλι να ψάχνω

μια γκρίζα γραμμή στον ορίζοντα

σε δρόμους από δέρμα βουνών

που κατρακυλά σε ρυάκια.

Ε εσύ ονειρομαχητή

βουβή ταξιδιάρικη κουκίδα

πόσο θʼ αντέξεις το κλάμα της πέτρας;

Θα σε στραγγίσουν οι βουνοσκιές

τρίμμα θα γίνεις απʼ το φιλί

της άγονης κορφογραμμής.

Και δος του πάλι μακριά

ως να ʽρθει το πρώτο χιόνι

με τα μάτια στις ώρες

και στου ξύλου την ανάσα: στιγμές

που δεν ξαναγυρνούν

σαν της πεταλούδας το τελευταίο πέταγμα.

Είνʼ άραγε οι στιγμές κάτι άλλο

από εικόνες; Σε λόγια ξοδευτήκαμε

κι έρημες μείνανε οι φωνές σε σκιές φευγάτες

καρφωμένα τα βλέμματα.

Δώστε μου πάγο να μασήσω!

Όπως ένα βράδυ με κεραυνούς

μύριζε άζωτο απʼ τις καμένες μας τρίχες

χαμένοι στη θύελλα του Λευκού Όρους

να ξαναζούμε το χρονικό

μιας άχρηστης κατάκτησης.

Πώς να διαλέξεις τον σύντροφο;

Όταν δίπλα σου είναι

συμβαίνει απλά να χαίρεσαι

τον καιρό των μικρών πραγμάτων

αλλά πάλι θα κινήσουμε μες τη νύχτα

μόνοι θα ʽμαστε μέχρι το φως

νʼ αγκαλιάσει το έσχατο βήμα

γιατί ʽναι οι γυναίκες μας

πλασμένες για παιδιά

αδερφάκι μου

σαν τα δικά μας

κι εμείς παιδιά μάνας

που ʽπε τα μισά

και τα ʽδωσε όλα-

θυμάσαι τότε που έλιωνε στην κορτιζόνη;

Κι εμείς ψάχναμε πίσω από τζάμια

τη νέα απόδραση

μακριά απʼ τις φλύαρες πόλεις

και τη μικροπρέπεια των ανθρώπων

ώσπου βρεθήκαμε κάτω

απʼ τη βαριά σκιά του πατέρα

με πεπρωμένο μια πέτρα

που κυλά στο χιόνι.

Τόσοι φίλοι που χάθηκαν-

πόσο μάταιη είναι η γνώση τους;

Δε θα το μάθουμε ποτέ

κρυφά θα βαδίσουμε

ως την τελική ανάσα

συννεφοπαρμένοι απʼ της ζωής

το μέγιστο ερώτημα

θα δαγκώσουμε σχοινί και μέταλλο

σε κάθετες διαδρομές όπου

ο θάνατος σφυρίζει απρόβλεπτα-

αλλά τώρα πως να μιλήσουμε

για το ανθόγελο;

Μέσα μας καρτερά η νύχτα

και τόσα χρόνια ψάχνουμε

την άλεκτη κουβέντα των παιδιών

ασθενείς και οδοιπόροι

με φόντο μιαν απάνθρωπη πόλη

θα εξαντλήσουμε τις στιγμές

γιατί ξέρουμε να ματώνουμε

κι η φαντασία μας άλλο δεν είναι

από το χέρι της πραγματικότητας.

Όμως μέσα μας καρτερά η νύχτα

βαθιά πηχτή αδημιούργητη

σα μιαν αλήθεια που της λείπει το λάμδα.

Έπειτα είνʼ όλο αυτό το αίμα

βουβό και πύρινο

και του νερού η διάρκεια

δε μας αφήνει σε ησυχία

μόνο κάτι ώρες πέρα απʼ τη μνήμη

στο μάτι της απόσπασης όταν δεν υπάρχει

παρά το άρωμα από ένα αγριολούλουδο

γίνεται το αξεπέραστο καλοκαίρι της ζωής μας.

Θυμάσαι κάτι φεγγάρια με απόγνωση;

Θα γυρίσουν οι εποχές αντίστροφα

ο έλατος θʼ αφουγκράζεται χώμα κι άνεμο

μακριά θʼ αντηχούν όνειρα παιδικά

και μες τη δίψα της μέρας που δεν ήρθε

θα σταθείς γιός του σκότους στεφανωμένος

ρυτίδες άγριας συγκατάβασης.

Χιλιόμετρα χιλιάδες ένα βράδυ

κάτω από ροδόδεντρα στην καρδιά της Ασίας

ένα άλλο στην όχθη μιας λίμνης

που δεν είδαν ποτέ οι Ίνκας

ύστερα κείνοι οι σάπιοι πάγοι στο Μάουντ Κένυα

οι γρανιτένιες βελόνες των Άλπεων

οι σιδηρές οδοί στους Δολομίτες-

δύσπνοια και πονοκέφαλος. Και πάλι

επιστροφή στο ασφαλές αδιέξοδο της πόλης

με τον ήλιο να δύει πίσω από σβησμένα πρόσωπα

και δάκρυα να φτάνουν μέχρι τον Κόλπο της Βεγγάλης.

Ένα ποτηράκι ακόμη…

τσούγκριζε ο γέρος μας και ρωτούσε:

για δεν κατεβαίνει να πιεί ένα

μαζί μας ο Ευλογημένος;

Τόσο ακατάδεκτος είναι;

Κι έφυγε ο γέρος δίχως εγγόνι

μες του κρασιού την κάψα μεσημέρι.

Θα σου φέρω γέρο μου

εγγόνι στον παράδεισο!

Πιές άλλο ένα και θʼ ανταμώσουμε

στην ίδια πάντα ζάλη.

Μετά έκλαψε για του γιού του

την κίνδυνη σκέψη. Μάνα

θα σου χαρίσω σύννεφο είπα

κι έψαξα γιʼ άλλη οικογένεια.

Μια ήρεμη κουβέντα ζητάνε οι άνθρωποι

τι άλλο;

Το ξημέρωμα με βρήκε στις Άνδεις

να σφίγγω τα δόντια απʼ το κρύο.

Κανείς δε με περίμενε

είχα μπροστά μου ακόμη

χιλιόμετρα χιλιάδες ως το τέλος ενός ταξιδιού

που άρχισε πριν χρόνια

αλλά ήξερα καλά: να φεύγεις

είναι το ευκολότερο πράμα στον κόσμο

τα δύσκολα τα βρίσκεις κει που πας.

Και πάντα μπροστά στο ίδιο ερώτημα:

που θα φτάσω; Όπως ένα πρωϊνό

στα Ιμαλάια έπρεπε να γυρίσουμε πίσω

στις φλύαρες πόλεις και στη μικροπρέπεια

των ανθρώπων όσο πιο γρήγορα γίνεται.

Δεν παίζεις ζάρια με τον θάνατο

σκάκι καμιά φορά.

Έλα γυναίκα μου

να γλυκαθούμε.

Άσε τη Μεσόγειο:

φλεγόμενη βάτος

σαν τη μεσαία τάξη.

Πόσα τραγούδια αντίκρισες;

Θα σου κλέψω το ένοχο γέλιο

φτερό θα γίνω

στην κίτρινη πλεξούδα σου.

Το παιδί και τα μάτια σου!

Λίγο έλειψε να θαφτώ στο χιόνι

πόσες φορές δε μέτρησα μόνο

νοστάλγησα τη στέπα και το βόρειο σέλας:

όσα δεν είδα μα τυφλά ακολούθησα

την κοίτη ενός λογισμού

για να χαθώ στο είναι μου.

Πώς να βρω τώρα την κατάλληλη λέξη;

Στον πάγο φυτρώνει μιας μνήμης επίμονης

με σύνορο τον πόνο: σκιά καυτή στην άβυσσο.

Μέτρα ως το τρία κι όλα τʼ αστέρια

θα πέσουν για ύπνο.

Πάμε; Ένα δυο…

Ξυπνήσαμε στο ύστερο φως

ο παγετώνας ύπουλο φίδι.

Μου ʽλεγες να βιαστώ

μοναδική μας ασφάλεια ο χρόνος

κουρσάρος ο καιρός.

Πιο γρήγορα…πιο γρήγορα…

στο σάπιο γρανίτη αφυδάτωση.

Σκέψη καμιά. Είσαι μόνο τα πνευμόνια σου.

Δώσε! Τράβα! Πρόσεχε!

Πιο γρήγορα…πιο γρήγορα…

ως να νυχτώσει. Το φεγγάρι μενταγιόν

στο λαιμό του γαλαξία.

Είσαι μόνο τα μάτια σου

καθώς γέρνουν κλείνοντας μέσα τους

μια ελάχιστη λάμψη από ανέφικτο.

Στιγμιότυπα λόγια: η συνείδηση δε φοβάται το κρύο-

ο αιώνας φορά τη σάρκα σου ανάποδα.

Τι να σκέφτεσαι τώρα; Περάσανε οι μουσώνες

της νιότης σου όταν για μήνες κρυβόσουνα

μέσα στο άσπρο και τις νύχτες ζούσες στο πουθενά

κρεμασμένος με το σύμπαν μαύρη πληγή

και τον χρόνο κρύσταλλο στα ρουθούνια.

Μακριά στο γαλάζιο κυματομέθησε η καρδιά.

Ο ουρανός συμβιβάστηκε

και μεις σκορπίσαμε στους πέντε ανέμους.

Κάτι λέξεις μείνανε από τραγούδια

που δε θυμόμαστε πια.

Γίναμε ό, τι συνηθίσαμε όπως σβήνει μια φωνή

όταν κλείνει η πόρτα.

Πώς να συγκρίνεις τη νύχτα;

Για το χιόνι τι να υποθέσεις;

Καλύτερα μίλα μου για το παιδί που δεν είσαι!

Για πεταμένα λουλούδια! Το βάσανο αύριο!

Ύστερα άσε με στη φλόγα μιας θύμησης

για δε θέλω νʼ ακούσω άλλα.

Με περιμένει ένας άπιαστος βράχος.

Κατά κει θα πάω κι όσο αντέξω.